Της Μαρίας Αναστασιάδη
Οι γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και η άνοδος των τιμών της ενέργειας έχουν επαναφέρει στο προσκήνιο τις ανησυχίες για τον πληθωρισμό, οδηγώντας πολλούς αναλυτές να επανεξετάσουν τις προβλέψεις τους σχετικά με τη μελλοντική πορεία της νομισματικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ). Οι νεότερες εκτιμήσεις συγκλίνουν στην άποψη ότι η ΕΚΤ θα προχωρήσει σε δύο αυξήσεις επιτοκίων εντός του 2026, διατηρώντας στη συνέχεια τα επιτόκια σε υψηλά επίπεδα για μεγαλύτερο διάστημα από ό,τι αναμενόταν αρχικά.
Σύμφωνα με έρευνα του Bloomberg, η οποία πραγματοποιήθηκε από τις 29 Μαΐου έως τις 3 Ιουνίου, σχεδόν το σύνολο των οικονομολόγων αναμένει αύξηση των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης στην επόμενη συνεδρίαση της ΕΚΤ. Παράλληλα, οι περισσότεροι συμμετέχοντες στην έρευνα θεωρούν πιθανή μία ακόμη αντίστοιχη αύξηση πριν από το τέλος του έτους, γεγονός που θα διαμορφώσει το επιτόκιο καταθέσεων στο 2,5%.
Όσον αφορά το χρονοδιάγραμμα της δεύτερης παρέμβασης, οι περισσότεροι αναλυτές θεωρούν πιο πιθανό να πραγματοποιηθεί τον Σεπτέμβριο παρά τον Ιούλιο, καθώς τότε η ΕΚΤ θα δημοσιοποιήσει επικαιροποιημένες προβλέψεις για την οικονομική ανάπτυξη και τον πληθωρισμό στην Ευρωζώνη.
Πιο αυστηρή στάση σε σχέση με άλλες κεντρικές τράπεζες
Τα αποτελέσματα της έρευνας δείχνουν ότι η ΕΚΤ εμφανίζεται διατεθειμένη να ακολουθήσει πιο περιοριστική πολιτική συγκριτικά με άλλες μεγάλες κεντρικές τράπεζες των ανεπτυγμένων οικονομιών. Ενώ η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των Ηνωμένων Πολιτειών φαίνεται να τηρεί στάση αναμονής προκειμένου να αξιολογήσει τις συνέπειες της ενεργειακής κρίσης, η ευρωπαϊκή πλευρά προσανατολίζεται σε πιο άμεσες παρεμβάσεις.
Οι ειδικοί εκτιμούν ότι η επιλογή αυτή συνδέεται με την προσπάθεια της ΕΚΤ να επιβεβαιώσει τη δέσμευσή της στη διατήρηση του πληθωρισμού κοντά στον στόχο του 2%, αποτρέποντας τη δημιουργία προσδοκιών για μακροχρόνια υψηλό πληθωρισμό.
Παράλληλα, οι προσδοκίες για μελλοντική χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής έχουν μετατεθεί χρονικά. Πλέον, η πλειονότητα των οικονομολόγων δεν αναμένει μείωση επιτοκίων πριν από τα μέσα του 2027, καθώς θεωρεί ότι οι οικονομικές επιπτώσεις της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή θα διαρκέσουν περισσότερο από όσο εκτιμάτο προηγουμένως. Η πρόβλεψη αυτή διαφοροποιείται αισθητά από παλαιότερες εκτιμήσεις που τοποθετούσαν την πρώτη μείωση ήδη στις αρχές του 2027.
Παρότι τα επιτόκια παρέμειναν αμετάβλητα μετά την έναρξη της κρίσης, δηλώσεις στελεχών της ΕΚΤ αφήνουν να εννοηθεί ότι επίκειται η πρώτη αύξηση από τον Σεπτέμβριο του 2023. Η ανησυχία εστιάζεται κυρίως στο ενδεχόμενο η ενεργειακή αναταραχή να οδηγήσει σε πιο επίμονες πληθωριστικές πιέσεις.
Η επιστροφή του πληθωρισμού ως βασική πρόκληση
Ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη κατέγραψε σημαντική επιτάχυνση, φθάνοντας το 3,2% από 1,9% κατά το πρώτο διάστημα μετά την έναρξη της σύγκρουσης. Οι προβλέψεις μάλιστα δείχνουν ότι οι ανοδικές πιέσεις ενδέχεται να συνεχιστούν τους επόμενους μήνες.
Αν και η βασική αιτία αυτής της εξέλιξης είναι η αύξηση του ενεργειακού κόστους, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής ανησυχούν για τις δευτερογενείς επιπτώσεις. Ειδικότερα, υπάρχει φόβος ότι οι αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας θα μεταφερθούν στους μισθούς και στο κόστος παραγωγής, δημιουργώντας έναν πιο επίμονο και δύσκολα αναστρέψιμο πληθωριστικό κύκλο.
Πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι η ΕΚΤ θα παρουσιάσει τις επερχόμενες αυξήσεις επιτοκίων ως μέτρο διασφάλισης της αξιοπιστίας της, δεδομένου ότι ο δομικός πληθωρισμός εξακολουθεί να κινείται πάνω από τον επιθυμητό στόχο για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Την ίδια στιγμή, η οικονομική δραστηριότητα στην Ευρωζώνη εμφανίζει ενδείξεις επιβράδυνσης. Τα στοιχεία για τον Μάιο καταγράφουν υποχώρηση της δραστηριότητας του ιδιωτικού τομέα με τον ταχύτερο ρυθμό από το 2024, γεγονός που ενδέχεται να οδηγήσει την ΕΚΤ σε αναθεώρηση των προβλέψεών της, αυξάνοντας τις εκτιμήσεις για τον πληθωρισμό και μειώνοντας εκείνες για την ανάπτυξη.
Η συνύπαρξη χαμηλών ρυθμών ανάπτυξης και αυξημένου πληθωρισμού έχει αναζωπυρώσει τις συζητήσεις γύρω από το ενδεχόμενο στασιμοπληθωρισμού. Παρότι η πρόεδρος της ΕΚΤ έχει απορρίψει αυτό το σενάριο, αρκετοί οικονομολόγοι θεωρούν ότι η ευρωπαϊκή οικονομία κινείται πλέον μεταξύ του βασικού και του δυσμενούς σεναρίου που είχε εξετάσει η Τράπεζα σε προηγούμενες αναλύσεις της.
Στο ίδιο πλαίσιο, μέλη της διοίκησης της ΕΚΤ έχουν επισημάνει τον αυξανόμενο κίνδυνο αποσταθεροποίησης των πληθωριστικών προσδοκιών. Παρά τις διαφορετικές εκτιμήσεις για την ένταση του φαινομένου, επικρατεί η άποψη ότι οι συνέπειες της σύγκρουσης με το Ιράν θα συνεχίσουν να επηρεάζουν την οικονομία και τις τιμές για αρκετούς μήνες, ακόμη και σε περίπτωση επίτευξης συμφωνίας που θα οδηγήσει σε αποκλιμάκωση των εχθροπραξιών. Οι περισσότεροι αναλυτές εκτιμούν ότι το οικονομικό αποτύπωμα της κρίσης θα παραμείνει ορατό τουλάχιστον για ένα εξάμηνο, ενδεχομένως και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.






Μ.Η.Τ. 242183