Η ελληνική οικονομία διατηρεί την ανθεκτικότητά της το πρώτο τρίμηνο του 2026, με στήριγμα τη βιομηχανία και την κατανάλωση
Ανθεκτικότητα απέναντι στις διεθνείς αναταράξεις και στην ενεργειακή αβεβαιότητα που προκάλεσε ο πόλεμος στον Περσικό Κόλπο διαπιστώνει η Eurobank Research στην τελευταία έκδοση του οικονομικού δελτίου «7 Ημέρες Οικονομία». Σύμφωνα με την ανάλυση, οι δείκτες υψηλής συχνότητας για το πρώτο τρίμηνο του 2026 παραπέμπουν σε διατήρηση θετικού ρυθμού ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, αν και καταγράφονται ήδη ορισμένες ενδείξεις επιβράδυνσης σε επιμέρους τομείς.
Η ελληνική οικονομία συνέχισε να εμφανίζει ανθεκτικότητα κατά το πρώτο τρίμηνο του έτους, παρά την επιδείνωση του διεθνούς περιβάλλοντος προς το τέλος της περιόδου αναφοράς. Οι αναλυτές της τράπεζας αποδίδουν τη θετική εικόνα στην αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής, στη συνέχιση της ανόδου των λιανικών πωλήσεων, στη διατήρηση του δείκτη οικονομικού κλίματος πάνω από τον μακροχρόνιο μέσο όρο και στην παραμονή του δείκτη PMI μεταποίησης σε επίπεδα που υποδηλώνουν επέκταση της οικονομικής δραστηριότητας.
Στην έκθεση σημειώνεται ότι ο δείκτης βιομηχανικής παραγωγής συνέχισε να ενισχύεται, ενώ το λιανεμπόριο διατήρησε τη θετική του δυναμική, στοιχεία που σύμφωνα με τους οικονομολόγους της Eurobank συνιστούν θετικές ενδείξεις για την πορεία της εγχώριας ζήτησης και της συνολικής οικονομικής δραστηριότητας.
Βιομηχανία και κατανάλωση κρατούν όρθια την οικονομία
Η βιομηχανική δραστηριότητα συνέχισε να αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες στήριξης της ελληνικής οικονομίας. Παρά την οριακή κάμψη της μεταποιητικής παραγωγής σε τριμηνιαία βάση, ο συνολικός δείκτης βιομηχανικής παραγωγής κατέγραψε ισχυρή άνοδο, επιβεβαιώνοντας ότι ο κλάδος εξακολουθεί να συμβάλλει θετικά στο ΑΕΠ.
Την ίδια στιγμή, οι λιανικές πωλήσεις διατήρησαν τη θετική τους πορεία, στέλνοντας μήνυμα ανθεκτικότητας της ιδιωτικής κατανάλωσης. Η αύξηση του όγκου των πωλήσεων υποδηλώνει ότι τα νοικοκυριά συνέχισαν να στηρίζουν την οικονομική δραστηριότητα, παρά το αυξημένο κόστος ζωής και τις πληθωριστικές πιέσεις που εντάθηκαν προς το τέλος του τριμήνου.
Θετικό σήμα εξέπεμψε και ο δείκτης PMI μεταποίησης, ο οποίος παρέμεινε για 13ο συνεχόμενο τρίμηνο πάνω από το όριο των 50 μονάδων, που διαχωρίζει την ανάπτυξη από τη συρρίκνωση της δραστηριότητας. Παράλληλα, ο δείκτης οικονομικού κλίματος διατηρήθηκε αισθητά υψηλότερα από τον μακροχρόνιο μέσο όρο του, στοιχείο που αντανακλά τη διατήρηση θετικών προσδοκιών από επιχειρήσεις και επενδυτές.
Οι παραπάνω εξελίξεις ενισχύουν την εκτίμηση ότι η ελληνική οικονομία συνέχισε να αναπτύσσεται με ικανοποιητικό ρυθμό, ακόμη και σε ένα περιβάλλον αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας και ενεργειακών ανατιμήσεων.
Επιβράδυνση στην αγορά εργασίας και καμπανάκι για τις εξαγωγές
Πίσω από τη θετική συνολική εικόνα, ωστόσο, αρχίζουν να εμφανίζονται ορισμένες ενδείξεις κόπωσης που χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής.
Η απασχόληση κατέγραψε την πρώτη τριμηνιαία υποχώρηση από τα μέσα του 2024, ενώ ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των θέσεων εργασίας συνέχισε να επιβραδύνεται. Παρά το γεγονός ότι η αγορά εργασίας παραμένει σε σαφώς καλύτερη κατάσταση σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, τα στοιχεία δείχνουν ότι η δυναμική δημιουργίας νέων θέσεων δεν είναι πλέον τόσο ισχυρή όσο το 2024 και το 2025.
Αντίστοιχα, οι εξαγωγές αγαθών παρουσίασαν σημαντική επιβράδυνση σε πραγματικούς όρους, γεγονός που αντανακλά τη χαμηλότερη ζήτηση από το εξωτερικό αλλά και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές εμπόριο. Παράλληλα, η καταναλωτική εμπιστοσύνη υποχώρησε για τέταρτο συνεχόμενο τρίμηνο, φτάνοντας σε χαμηλό τριών και πλέον ετών, καθώς τα νοικοκυριά επηρεάζονται από την άνοδο των τιμών και την αβεβαιότητα που προκαλούν οι γεωπολιτικές εξελίξεις.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να εμφανίζει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα σε σύγκριση με πολλές ευρωπαϊκές οικονομίες. Ωστόσο, η επιβράδυνση της απασχόλησης, η εξασθένηση των εξαγωγών και η πτώση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης συνιστούν παράγοντες που θα μπορούσαν να περιορίσουν τον ρυθμό ανάπτυξης τους επόμενους μήνες, ειδικά εάν η ενεργειακή κρίση και οι γεωπολιτικές εντάσεις παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα.








Μ.Η.Τ. 242183