Η S&P Global επισημαίνει ότι η μείωση των εξωτερικών ανισορροπιών και του υψηλού εξωτερικού χρέους θα κρίνει τις προοπτικές νέων αναβαθμίσεων
Η ελληνική οικονομία έχει αφήσει πίσω της τη δεκαετία της κρίσης, έχει αποκαταστήσει τη δημοσιονομική της αξιοπιστία και καταγράφει σταθερούς ρυθμούς ανάπτυξης. Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με την S&P Global, το καθοριστικό μέτωπο για την επόμενη φάση της πιστοληπτικής πορείας της χώρας δεν βρίσκεται πλέον στα δημόσια οικονομικά, αλλά στις επίμονες αδυναμίες του εξωτερικού τομέα.
Ο οίκος αξιολόγησης διαμηνύει ότι η μείωση των εξωτερικών ανισορροπιών αποτελεί προϋπόθεση για νέες αναβαθμίσεις, καθώς το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών εξακολουθεί να λειτουργεί ως δομικό «φρένο» στην πιστοληπτική εικόνα της Ελλάδας. Την περίοδο 2020–2024, το έλλειμμα κινήθηκε κατά μέσο όρο στο 7,6% του ΑΕΠ, ποσοστό πολλαπλάσιο εκείνου που είχε καταγραφεί πριν από την πανδημία, όταν η οικονομία βρισκόταν σε φάση σταδιακής εξισορρόπησης.
Η ανάπτυξη αποκαλύπτει τις εξαρτήσεις της οικονομίας
Η S&P δεν αποσυνδέει αυτή την επιδείνωση από τη δυναμική ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας. Αντιθέτως, τη θεωρεί σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα της έντονης επενδυτικής δραστηριότητας και της αύξησης των εισαγωγών που συνοδεύουν τα έργα του Ταμείου Ανάκαμψης. Όμως, όπως επισημαίνει, η εικόνα αυτή φέρνει ξανά στην επιφάνεια ένα διαχρονικό χαρακτηριστικό του ελληνικού παραγωγικού μοντέλου: τη μεγάλη εξάρτηση από εισαγόμενα αγαθά και κυρίως από την ενέργεια.
Η υψηλή συμμετοχή των υδρογονανθράκων στο εμπορικό ισοζύγιο περιορίζει την ικανότητα της χώρας να κεφαλαιοποιήσει πλήρως την ανάπτυξη σε όρους εξωτερικής ισορροπίας. Με απλά λόγια, η οικονομία «τρέχει», αλλά μεγάλο μέρος της ζήτησης διαρρέει εκτός συνόρων, γεγονός που κρατά το έλλειμμα σε επίμονα υψηλά επίπεδα.
Την ίδια στιγμή, η ανάλυση του οίκου ξεχωρίζει το εξωτερικό χρέος από το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, υιοθετώντας μια πιο σύνθετη προσέγγιση. Παρότι το εξωτερικό χρέος της Ελλάδας παραμένει εξαιρετικά υψηλό ως ποσοστό του ΑΕΠ, κοντά στο 230% στα τέλη του 2024, η S&P υπογραμμίζει ότι η σύνθεσή του διαφοροποιεί ουσιαστικά το ρίσκο.
Χρέος με «μαξιλάρια», αλλά όχι άνευ όρων
Το μεγαλύτερο μέρος του εξωτερικού χρέους αφορά το Δημόσιο και συνοδεύεται από μακρές ωριμάνσεις και χαμηλό κόστος εξυπηρέτησης, στοιχεία που περιορίζουν τις άμεσες πιέσεις. Επιπλέον, καταγράφεται σταδιακή αποκλιμάκωση του αποθέματος, εξέλιξη που ενισχύει τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα. Ωστόσο, ο οίκος ξεκαθαρίζει ότι αυτό δεν αρκεί από μόνο του για να αλλάξει το αφήγημα των αξιολογήσεων.
Για τη S&P, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν το χρέος είναι διαχειρίσιμο σήμερα, αλλά αν η ελληνική οικονομία μπορεί να μειώσει σταθερά τις ανάγκες εξωτερικού δανεισμού στο μέλλον. Και αυτό περνά αναγκαστικά από τη βελτίωση του εξωτερικού ισοζυγίου.
Στο ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο, η Ελλάδα εμφανίζεται να ακολουθεί μια διαφορετική τροχιά από τις υπόλοιπες χώρες του Νότου. Ενώ σε Ισπανία και Πορτογαλία η πρόοδος στον εξωτερικό τομέα αναμένεται να επιβραδυνθεί μετά τη μεγάλη προσαρμογή της προηγούμενης δεκαετίας, η S&P εκτιμά ότι η Ελλάδα δεν θα παρουσιάσει ανάλογη κόπωση, παρά το περιβάλλον αυξημένης διεθνούς αβεβαιότητας και τον εμπορικό προστατευτισμό.
Αντίθετα, η εικόνα παραμένει πιο σύνθετη για την Ιταλία, όπου η μείωση του εξωτερικού χρέους συνεχίζεται με αργούς ρυθμούς, ενώ στην Κύπρο οι εξελίξεις στον εξωτερικό τομέα στηρίζουν σαφώς θετικές πιστοληπτικές προοπτικές. Δεν είναι τυχαίο ότι ο οίκος διατηρεί σταθερό outlook για Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία και Πορτογαλία, αντανακλώντας την εκτίμηση ότι η περαιτέρω βελτίωση θα είναι σταδιακή και όχι γραμμική.
Για την Ελλάδα, το μήνυμα της S&P είναι σαφές αλλά απαιτητικό. Η δημοσιονομική πρόοδος έχει σχεδόν εξαντλήσει το πιστοληπτικό της όφελος. Το επόμενο βήμα περνά από βαθύτερες αλλαγές στο παραγωγικό και εμπορικό αποτύπωμα της χώρας, ώστε η ανάπτυξη να μεταφράζεται και σε εξωτερική ανθεκτικότητα.
Διαβάστε επίσης: S&P Global: Η ελληνική μεταποίηση «φρενάρει» αλλά παραμένει ανθεκτική – PMI στις 52 μονάδες







Μ.Η.Τ. 242183