Πλαφόν στα πανωτόκια και στο συνολικό κόστος καταναλωτικών δανείων φέρνει το νέο νομοσχέδιο, αλλά και στα δικαιώματα δανειοληπτών
Μια από τις πιο ουσιαστικές παρεμβάσεις των τελευταίων ετών στην αγορά καταναλωτικής πίστης δρομολογεί το υπουργείο Ανάπτυξης, επιχειρώντας να περιορίσει τις υπερβολικές επιβαρύνσεις που συχνά μετατρέπουν ένα μικρό δάνειο σε δυσβάσταχτο χρέος.
Με νομοσχέδιο που ενσωματώνει την ευρωπαϊκή οδηγία 2023/2225, η κυβέρνηση εισάγει για πρώτη φορά συγκεκριμένα ανώτατα όρια τόσο στο επιτόκιο όσο και στο συνολικό κόστος εξυπηρέτησης των καταναλωτικών δανείων, βάζοντας στο στόχαστρο τις πρακτικές που οδηγούν σε υπέρογκες χρεώσεις, ειδικά σε καταναλωτικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες.
Η παρέμβαση αφορά συμβάσεις πίστωσης έως 100.000 ευρώ χωρίς εμπράγματες εξασφαλίσεις, δηλαδή κυρίως καταναλωτικά, προσωπικά και επισκευαστικά δάνεια, καθώς και μέρος της αγοράς πιστωτικών καρτών. Αντίθετα, τα στεγαστικά δάνεια παραμένουν εκτός του νέου πλαισίου.
Το νέο καθεστώς θα εφαρμοστεί αποκλειστικά σε νέες συμβάσεις που θα συναφθούν μετά τις 20 Νοεμβρίου 2026, χωρίς αναδρομική ισχύ για τα υφιστάμενα δάνεια.
Πρόκειται για μια αλλαγή που φιλοδοξεί να μεταβάλει τις ισορροπίες στην αγορά λιανικής τραπεζικής, σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος χρήματος παραμένει υψηλότερο σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια και τα ελληνικά νοικοκυριά εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν πιέσεις από το αυξημένο κόστος ζωής.
Ο νέος «κόφτης» στα δάνεια – Πόσο θα μπορεί να φτάνει το συνολικό κόστος
Το πιο ηχηρό στοιχείο του νομοσχεδίου αφορά το ανώτατο όριο στο συνολικό ποσό που θα μπορεί να καταβάλει ένας δανειολήπτης πέραν του αρχικού κεφαλαίου.
Σύμφωνα με τη ρύθμιση, το συνολικό κόστος της πίστωσης –στο οποίο περιλαμβάνονται τόκοι, προμήθειες, έξοδα και κάθε άλλη επιβάρυνση– δεν θα μπορεί να ξεπερνά συγκεκριμένα ποσοστά ανάλογα με τη διάρκεια του δανείου.
Για συμβάσεις διάρκειας έως τέσσερα έτη το συνολικό κόστος δεν θα μπορεί να υπερβαίνει το 60% του αρχικού κεφαλαίου. Για δάνεια με διάρκεια από τέσσερα έως οκτώ χρόνια το όριο ανεβαίνει στο 70%, ενώ για συμβάσεις άνω των οκτώ ετών διαμορφώνεται στο 75%.
Με απλά λόγια, το κράτος επιχειρεί να αποτρέψει φαινόμενα όπου ένας δανειολήπτης καταλήγει να πληρώνει πολλαπλάσια ποσά σε σχέση με το αρχικό δάνειο εξαιτίας τόκων, καθυστερήσεων και πρόσθετων χρεώσεων.
Παράλληλα, θεσπίζεται μηχανισμός ελέγχου και στο Συνολικό Ετήσιο Πραγματικό Επιτόκιο (ΣΕΠΕ), το οποίο αποτελεί τον βασικό δείκτη μέτρησης του πραγματικού κόστους ενός δανείου.
Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο θα συνδέεται με τα στοιχεία που δημοσιεύει ανά τρίμηνο η Τράπεζα της Ελλάδος και θα καθορίζεται με κοινή υπουργική απόφαση σε συνεργασία με τη διοίκηση της κεντρικής τράπεζας.
Η στόχευση είναι διπλή: αφενός να περιοριστούν οι υπερβολικές επιβαρύνσεις και αφετέρου να αυξηθεί η διαφάνεια σε μια αγορά όπου οι καταναλωτές συχνά δυσκολεύονται να υπολογίσουν το πραγματικό κόστος δανεισμού.
Στο ίδιο πλαίσιο, το νομοσχέδιο επιχειρεί να βάλει τέλος και στις λεγόμενες «κρυφές χρεώσεις». Οι πιστωτικοί οργανισμοί θα μπορούν να επιβάλλουν έξοδα μόνο εφόσον αυτά αντιστοιχούν σε πραγματικές υπηρεσίες ή σε τεκμηριωμένες δαπάνες προς τρίτους και όχι για την κάλυψη του λειτουργικού τους κόστους.
Νέα δικαιώματα για δανειολήπτες και αυστηρότερο πλαίσιο πριν από κατασχέσεις
Η μεταρρύθμιση δεν περιορίζεται μόνο στο κόστος των δανείων. Εισάγει επίσης νέες υποχρεώσεις για τράπεζες και εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων όταν ένας δανειολήπτης βρίσκεται κοντά σε κατάσταση αθέτησης πληρωμών.
Για πρώτη φορά προβλέπεται με σαφήνεια ότι πριν από την ενεργοποίηση μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης, οι πιστωτές οφείλουν να εξετάζουν λύσεις ρύθμισης προσαρμοσμένες στην πραγματική οικονομική κατάσταση του οφειλέτη.
Θα λαμβάνονται υπόψη παράγοντες όπως το εισόδημα, οι οικογενειακές υποχρεώσεις, η περιουσιακή κατάσταση και έκτακτα γεγονότα που επηρεάζουν τη δυνατότητα αποπληρωμής.
Την ίδια στιγμή, το νομοσχέδιο προστατεύει και τα συμφέροντα των πιστωτών, καθώς διευκρινίζει ότι δεν υποχρεώνονται να προσφέρουν επανειλημμένα προτάσεις ρύθμισης όταν ο οφειλέτης δεν ανταποκρίνεται ή αρνείται να συνεργαστεί.
Επιπλέον, δίνεται μεγαλύτερη ελευθερία στους καταναλωτές όσον αφορά τις ασφαλιστικές καλύψεις που συνδέονται με ένα δάνειο. Οι δανειολήπτες θα μπορούν να επιλέγουν ασφαλιστική εταιρεία της δικής τους προτίμησης, χωρίς η επιλογή αυτή να επηρεάζει δυσμενώς τους όρους χρηματοδότησης.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η πρόβλεψη για τους ογκολογικούς ασθενείς. Οι πιστωτικοί φορείς και οι ασφαλιστικές εταιρείες δεν θα μπορούν να χρησιμοποιούν δεδομένα που αφορούν προηγούμενη διάγνωση καρκίνου όταν έχουν περάσει πέντε χρόνια από την ολοκλήρωση της θεραπείας.
Διαβάστε επίσης: Νέος πονοκέφαλος για τους servicers: Παγώνουν οι τόκοι των δανείων του νόμου Κατσέλη – Οι ερμηνείες των τραπεζών







Μ.Η.Τ. 242183