Ευρωπαϊκές εξαγωγές μετάλλων κινδυνεύουν από νέους αμερικανικούς δασμούς σε χάλυβα, αλουμίνιο και παράγωγα προϊόντα
Σε νέα ζώνη εμπορικής αναταραχής εισέρχονται οι σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς οι Βρυξέλλες εκτιμούν ότι ευρωπαϊκές εξαγωγές αξίας περίπου 23 δισ. ευρώ κινδυνεύουν να επιβαρυνθούν με υψηλότερους αμερικανικούς δασμούς. Στο επίκεντρο βρίσκονται προϊόντα που περιέχουν χάλυβα, αλουμίνιο ή χαλκό, σε μια εξέλιξη που απειλεί να μετατρέψει ξανά το διατλαντικό εμπόριο σε πεδίο σύγκρουσης.
Σύμφωνα με το Politico, προκαταρκτική ανάλυση της Κομισιόν δείχνει ότι σχεδόν οι μισές ευρωπαϊκές εξαγωγές που συνδέονται με τα συγκεκριμένα μέταλλα βρίσκονται σε γκρίζα ζώνη. Η Ουάσιγκτον άλλαξε τον τρόπο υπολογισμού των δασμών, μεταφέροντας το βάρος από την περιεκτικότητα μετάλλου στη συνολική αξία των προϊόντων. Αυτή η τεχνική μεταβολή έχει πολύ πραγματικές συνέπειες, καθώς διευρύνει την αβεβαιότητα για βιομηχανικά αγαθά, εξοπλισμό, συσκευές και παράγωγα προϊόντα που μέχρι πρότινος μπορούσαν να αντιμετωπίζονται πιο ευνοϊκά.
Η νέα αρχιτεκτονική των δασμών στηρίζεται στο Άρθρο 232 του αμερικανικού Νόμου για την Επέκταση του Εμπορίου του 1962, το οποίο επιτρέπει την επιβολή περιορισμών όταν οι εισαγωγές θεωρούνται απειλή για την εθνική ασφάλεια. Με αυτό το εργαλείο, η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί να παρακάμψει τα νομικά εμπόδια που προέκυψαν μετά την ακύρωση των αρχικών «αμοιβαίων» δασμών από το Ανώτατο Δικαστήριο και να διατηρήσει την πίεση στους εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ.
Το κόστος για τις Βρυξέλλες και η σύγκρουση γύρω από τη συμφωνία του Turnberry
Η αρχική αξία των ευρωπαϊκών εξαγωγών που επηρεάζονταν από το προηγούμενο καθεστώς υπολογιζόταν στα 67 δισ. ευρώ. Μετά τη νέα αναθεώρηση, το ποσό περιορίστηκε στα περίπου 52 δισ. ευρώ ετησίως. Η μείωση αυτή, όμως, δεν σημαίνει αποκλιμάκωση. Αντιθέτως, από το νέο σύνολο, περίπου 23 δισ. ευρώ παραμένουν εκτεθειμένα σε υψηλότερες επιβαρύνσεις, καθώς δεν καλύπτονται από καμία ελάφρυνση ή ανώτατο όριο προστασίας.
Η Κομισιόν εκτιμά ότι προϊόντα αξίας 17,6 δισ. ευρώ αφαιρούνται πλήρως από τον κατάλογο των δασμών, ενώ επιπλέον 10,7 δισ. ευρώ υπάγονται σε πλαφόν 15%. Ωστόσο, το υπόλοιπο πακέτο εξαγωγών μένει ακάλυπτο, γεγονός που προκαλεί έντονη ανησυχία στις Βρυξέλλες και στα κράτη μέλη με ισχυρή βιομηχανική βάση.
Η αμερικανική πρόταση κινείται σε τρία επίπεδα. Ο ακατέργαστος χάλυβας, το αλουμίνιο, ο χαλκός και τα προϊόντα που παράγονται εξ ολοκλήρου από αυτά τα μέταλλα επιβαρύνονται με δασμό 50%. Τα παράγωγα προϊόντα, όπως οικιακές συσκευές και βιομηχανικός εξοπλισμός, εντάσσονται σε δασμό 25%. Μια τρίτη κατηγορία, για προϊόντα που κατασκευάζονται εκτός ΗΠΑ αλλά περιέχουν μέταλλο αμερικανικής προέλευσης, προβλέπει συντελεστή 10%, με στόχο να δοθεί κίνητρο για χρήση αμερικανικών πρώτων υλών. Εξαίρεση προβλέπεται μόνο για προϊόντα με περιεκτικότητα κάτω του 15% σε χάλυβα, αλουμίνιο ή χαλκό.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει είτε πλήρη εξαίρεση των προϊόντων χάλυβα είτε περιορισμό του δασμού στο 15%, όπως προβλέπει το ανώτατο όριο της εμπορικής συμφωνίας που είχε επιτευχθεί στο Turnberry της Σκωτίας. Όμως η συμφωνία αυτή δεν έχει ακόμη τεθεί σε ισχύ, καθώς τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα συνεχίζουν τις διαπραγματεύσεις για τη νομοθεσία εφαρμογής. Έτσι, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα παράδοξο: έχει πολιτική συμφωνία με τις ΗΠΑ, αλλά όχι ακόμη λειτουργική προστασία από τις νέες αμερικανικές κινήσεις.
Εμπορικός πόλεμος με φόντο το «America First»
Η στρατηγική Τραμπ δεν είναι αποσπασματική. Εντάσσεται στον σκληρό πυρήνα της πολιτικής «America First», με βασικό στόχο τον επαναπατρισμό κρίσιμων βιομηχανικών δραστηριοτήτων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Λευκός Οίκος παρουσιάζει τις νέες προσαρμογές ως μέτρο απλοποίησης της συμμόρφωσης, καταπολέμησης της φοροδιαφυγής και ενίσχυσης της αμερικανικής παραγωγικής ικανότητας σε χάλυβα και αλουμίνιο.
Για την Ευρώπη, όμως, το μήνυμα είναι σαφώς πιο απειλητικό. Η Ουάσιγκτον δεν περιορίζεται σε παραδοσιακούς δασμούς πάνω σε πρώτες ύλες, αλλά ανοίγει το μέτωπο σε ολόκληρες αλυσίδες αξίας. Αυτό σημαίνει ότι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που εξάγουν σύνθετα προϊόντα στις ΗΠΑ κινδυνεύουν να βρεθούν ξαφνικά αντιμέτωπες με υψηλότερο κόστος, πιο περίπλοκους τελωνειακούς ελέγχους και μειωμένη ανταγωνιστικότητα.
Η ταχύτητα εφαρμογής των αλλαγών επιτείνει την ένταση. Οι νέοι κανόνες τέθηκαν σε ισχύ μόλις τέσσερις ημέρες μετά την υπογραφή της σχετικής διακήρυξης, αφήνοντας ελάχιστο χρόνο προσαρμογής σε εξαγωγείς, τελωνειακές αρχές και βιομηχανικούς ομίλους. Αυτό τροφοδοτεί την αίσθηση στις Βρυξέλλες ότι οι ΗΠΑ χρησιμοποιούν το εμπόριο όχι απλώς ως οικονομικό εργαλείο, αλλά ως μοχλό γεωπολιτικής πίεσης.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εμφανίζεται ήδη πιο σκληρό από την Κομισιόν. Ευρωπαίοι νομοθέτες, με τη στήριξη της Γαλλίας, ζητούν να προστεθεί ρήτρα που θα καθυστερεί την εφαρμογή της συμφωνίας του Turnberry μέχρι να μειωθούν οι αμερικανικοί δασμοί στα παράγωγα προϊόντα χάλυβα και αλουμινίου. Ο επικεφαλής της Επιτροπής Εμπορίου του Ευρωκοινοβουλίου, Μπερντ Λάνγκε, έχει καταστήσει σαφές ότι τα προϊόντα αυτά δεν πρέπει να υπόκεινται σε δασμούς άνω του 15%, εφόσον αυτό προβλέπει η συμφωνία της Σκωτίας.
Η υπόθεση εξελίσσεται σε κρίσιμο τεστ για τη διατλαντική εμπορική σχέση. Αν οι ΗΠΑ επιμείνουν στους υψηλούς δασμούς, η ΕΕ θα βρεθεί μπροστά σε δύσκολες αποφάσεις: είτε θα αποδεχθεί ένα πιο ασύμμετρο εμπορικό πλαίσιο είτε θα αναζητήσει αντίμετρα, με κίνδυνο νέας κλιμάκωσης. Σε κάθε περίπτωση, το μήνυμα προς τις ευρωπαϊκές βιομηχανίες είναι σκληρό. Το κόστος της εξαγωγής στις ΗΠΑ γίνεται πλέον πιο απρόβλεπτο, πιο πολιτικό και πολύ πιο ακριβό.
Διαβάστε επίσης; ΗΠΑ: Δασμοί 50% σε χάλυβα και αλουμίνιο – Πώς επηρεάζονται οι ελληνικές εξαγωγές μετάλλων







Μ.Η.Τ. 242183