Νέα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος δείχνουν ότι οι ελληνικές τράπεζες υπερέχουν πλέον σε βασικούς δείκτες έναντι της Ευρωζώνης
Η νέα συγκριτική αποτύπωση της Τράπεζας της Ελλάδος καταγράφει ένα γεγονός που μέχρι πριν λίγα χρόνια έμοιαζε απίθανο. Οι ελληνικές τράπεζες όχι μόνο έχουν επιστρέψει στην κανονικότητα, αλλά σε αρκετούς δείκτες εμφανίζονται πιο ισχυρές από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Η εξυγίανση των ισολογισμών, η ενίσχυση των κεφαλαίων και η σταθερά υψηλή κερδοφορία δημιουργούν πλέον ένα νέο πλαίσιο λειτουργίας για τον κλάδο.
Η αλλαγή αυτή δίνει τη δυνατότητα στις διοικήσεις να κινούνται πιο επιθετικά, τόσο μέσα από οργανική ανάπτυξη όσο και μέσω εξαγορών και συνεργασιών, εντός και εκτός συνόρων. Την ίδια στιγμή, οι μέτοχοι βλέπουν για πρώτη φορά μετά από χρόνια ουσιαστικές αποδόσεις, με ποσοστά διανομής κερδών που ξεπερνούν το 50% και δείχνουν τάση ανόδου από το 2026 και μετά.
Η σύγκριση με την Ευρώπη και τι πραγματικά σημαίνει
Σύμφωνα με την Ενδιάμεση Έκθεση για τη Νομισματική Πολιτική, η Ελλάδα έχει πλέον ουσιαστικά συγκλίνει με τον ευρωπαϊκό τραπεζικό κλάδο, ενώ σε επιλεγμένους δείκτες εμφανίζεται σε καλύτερη θέση. Πρόκειται για μια εξέλιξη που ανατρέπει το αφήγημα της προηγούμενης δεκαετίας και αναδεικνύει τον ρόλο των ελληνικών τραπεζών ως μοχλού χρηματοδότησης της οικονομίας.
Κερδοφορία: Σημείο ισχύος
Η περίοδος Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2025 έκλεισε με αύξηση καθαρών κερδών περίπου 9% για το σύνολο των τραπεζών. Η εικόνα αυτή οφείλεται στην ενίσχυση της χρηματοδότησης προς την πραγματική οικονομία, αλλά και στην άνοδο των προμηθειών και άλλων εσόδων.
Η αποδοτικότητα ιδίων κεφαλαίων διαμορφώθηκε στο 12,2% έναντι 10,1% στην Ευρωζώνη, ενώ η αποδοτικότητα ενεργητικού έφθασε στο 1,3%, σχεδόν διπλάσια από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Τα δεδομένα αυτά επιβεβαιώνουν ότι η κερδοφορία δεν είναι συγκυριακή, αλλά στηρίζεται σε πιο υγιή θεμέλια.
Κεφάλαια: Σύγκλιση με την Ευρωζώνη
Οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας παραμένουν σε υψηλά επίπεδα. Ο δείκτης CET1 ανήλθε στο 15,9% έναντι 16% στην Ευρωζώνη, ενώ ο συνολικός δείκτης κεφαλαίου στο 20,1% έναντι 20,2%. Η σύγκλιση αυτή αποτυπώνει τη σημαντική πρόοδο μετά τα προγράμματα εξυγίανσης της τελευταίας δεκαετίας.
Ποιότητα δανείων: Ο μεγάλος μετασχηματισμός
Ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων για τις ελληνικές τράπεζες διαμορφώθηκε στο 3,6%, ιστορικό χαμηλό για την εποχή του ευρώ. Την ίδια ώρα, τα δάνεια αυξημένου κινδύνου (Stage 2) είναι χαμηλότερα σε σχέση με την Ευρωζώνη, στο 6,5% έναντι 9,6%.
Η εικόνα αυτή δείχνει ότι το μεγαλύτερο βάρος των «κόκκινων» δανείων έχει πλέον μεταφερθεί εκτός τραπεζικών ισολογισμών, επιτρέποντας στον κλάδο να στραφεί σε νέα χρηματοδότηση.
Ρευστότητα: Άνεση χρηματοδότησης και χαμηλά ρίσκα
Οι δείκτες ρευστότητας παραμένουν σημαντικά πάνω από τα εποπτικά όρια, παρά τη μικρή υποχώρηση έναντι του 2024. Ιδιαίτερης σημασίας είναι ο λόγος δανείων προς καταθέσεις, ο οποίος βρίσκεται στο 70,4%, πολύ χαμηλότερα από το 102,2% της Ευρωζώνης. Αυτό σημαίνει ότι οι ελληνικές τράπεζες δανείζουν με περισσότερη ασφάλεια και μικρότερη εξάρτηση από εξωτερική χρηματοδότηση.
Το νέο τραπεζικό αφήγημα
Οι αριθμοί επιβεβαιώνουν ότι το ελληνικό banking δεν βρίσκεται πλέον σε φάση άμυνας. Βρίσκεται σε τροχιά μεγέθυνσης, με δυνατότητα να στηρίξει επενδύσεις, επιχειρηματικότητα και στεγαστική πίστη, παραμένοντας παράλληλα κερδοφόρο και κεφαλαιακά θωρακισμένο.
Το στοίχημα για τα επόμενα χρόνια είναι αν αυτή η θετική εικόνα θα μεταφραστεί σε σταθερή μείωση του κόστους δανεισμού και σε ακόμα μεγαλύτερη στήριξη της πραγματικής οικονομίας.
Διαβάστε επίσης: Goldman Sachs: Οι ελληνικές τράπεζες πρωταγωνιστούν στο ευρωπαϊκό σκηνικό







Μ.Η.Τ. 242183