Οι ΗΠΑ πιέζουν τα μέλη του ΝΑΤΟ να χρησιμοποιήσουν αμυντικά κονδύλια για την αντικατάσταση εξοπλισμού Huawei. Στο επίκεντρο Γερμανία και Ισπανία
Η αντιπαράθεση Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας μεταφέρεται πλέον ανοιχτά από το εμπόριο και την τεχνολογία στο πεδίο της συλλογικής άμυνας του ΝΑΤΟ.
Σύμφωνα με πληροφορίες του Bloomberg, η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ ζητά από τους Ευρωπαίους συμμάχους να χρησιμοποιήσουν μέρος των αυξημένων αμυντικών δαπανών τους όχι μόνο για εξοπλιστικά προγράμματα, πυραυλικά συστήματα ή στρατιωτικές υποδομές, αλλά και για την απομάκρυνση κινεζικού τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού από κρίσιμα δίκτυα.
Η αμερικανική πλευρά θεωρεί ότι η παρουσία της Huawei στις τηλεπικοινωνιακές υποδομές χωρών του ΝΑΤΟ συνιστά ζήτημα εθνικής ασφάλειας και δυνητικό κίνδυνο για τις στρατιωτικές επικοινωνίες, την κυβερνοασφάλεια και τη διαχείριση κρίσιμων δεδομένων.
Η παρέμβαση αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς πραγματοποιείται σε μια περίοδο κατά την οποία οι χώρες της Συμμαχίας καλούνται να αυξήσουν δραστικά τις αμυντικές τους δαπάνες στο 5% του ΑΕΠ, μετά τις πιέσεις της Ουάσιγκτον για μεγαλύτερη ευρωπαϊκή συνεισφορά στην κοινή άμυνα.
Πρακτικά, οι ΗΠΑ επιχειρούν να διευρύνουν τον ορισμό της αμυντικής θωράκισης, εντάσσοντας πλέον σε αυτόν και την τεχνολογική ανεξαρτησία από κινεζικούς παρόχους.
Γερμανία και Ισπανία στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης
Το μήνυμα της Ουάσιγκτον φαίνεται να απευθύνεται πρωτίστως στη Γερμανία, η οποία παραμένει μία από τις ευρωπαϊκές χώρες με τη μεγαλύτερη παρουσία εξοπλισμού Huawei στα δίκτυα τηλεπικοινωνιών της.
Παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις των ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια, το Βερολίνο δεν έχει προχωρήσει σε πλήρη απομάκρυνση του κινεζικού εξοπλισμού, επικαλούμενο το υψηλό κόστος αντικατάστασης αλλά και τις επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει μια τέτοια απόφαση στις οικονομικές σχέσεις με το Πεκίνο.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η Ισπανία, η οποία μαζί με τη Γερμανία φέρεται να αντιδρά στις πρωτοβουλίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για αυστηρότερους περιορισμούς απέναντι σε κινεζικούς τηλεπικοινωνιακούς προμηθευτές.
Οι δύο χώρες υποστηρίζουν ότι η διαχείριση τέτοιων θεμάτων πρέπει να παραμείνει εθνική αρμοδιότητα και όχι να μεταφερθεί σε κεντρικό ευρωπαϊκό επίπεδο.
Πίσω από τη διαφωνία βρίσκεται και ένας βαθύτερος προβληματισμός: ο φόβος ότι μια συνολική ευρωπαϊκή απαγόρευση της Huawei θα μπορούσε να οδηγήσει σε οικονομικά ή εμπορικά αντίποινα από την Κίνα, σε μια περίοδο όπου η ευρωπαϊκή οικονομία εξακολουθεί να αναζητά νέες πηγές ανάπτυξης.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, πάντως, έχει ήδη χαρακτηρίσει τη Huawei και τη ZTE ως «προμηθευτές υψηλού κινδύνου», καλώντας τα κράτη-μέλη να περιορίσουν την παρουσία τους στα δίκτυα 5G και στις κρίσιμες ψηφιακές υποδομές.
Η νέα έννοια της άμυνας και το μεγάλο διακύβευμα για το ΝΑΤΟ
Η παρέμβαση της Ουάσιγκτον αποκαλύπτει μια βαθύτερη αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο η Δύση αντιλαμβάνεται πλέον την έννοια της ασφάλειας.
Για δεκαετίες, οι αμυντικές δαπάνες συνδέονταν αποκλειστικά με στρατιωτικά μέσα, εξοπλισμούς και επιχειρησιακές δυνατότητες. Σήμερα, η κυβερνοασφάλεια, οι τηλεπικοινωνίες, τα δίκτυα δεδομένων και οι κρίσιμες ψηφιακές υποδομές αντιμετωπίζονται ως αναπόσπαστο μέρος της εθνικής άμυνας.
Αυτό ακριβώς προσπαθεί να κατοχυρώσει η κυβέρνηση Τραμπ ενόψει της επόμενης Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ, υποστηρίζοντας ότι η απομάκρυνση κινεζικού εξοπλισμού μπορεί να θεωρηθεί επιλέξιμη αμυντική δαπάνη στο πλαίσιο του νέου στόχου του 5% του ΑΕΠ.
Η συζήτηση αναμένεται να προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στο εσωτερικό της Συμμαχίας. Αρκετές ευρωπαϊκές χώρες θεωρούν ότι η διεύρυνση του ορισμού των αμυντικών δαπανών κινδυνεύει να δημιουργήσει «γκρίζες ζώνες» και να αλλοιώσει τον πραγματικό στόχο της ενίσχυσης των στρατιωτικών δυνατοτήτων.
Ωστόσο, για τις ΗΠΑ το ζήτημα είναι σαφές: σε έναν κόσμο όπου οι γεωπολιτικές συγκρούσεις διεξάγονται πλέον και μέσω δικτύων, δεδομένων και τεχνολογικών υποδομών, η ασφάλεια των τηλεπικοινωνιών αντιμετωπίζεται ως εξίσου κρίσιμη με την ασφάλεια των συνόρων.
Η νέα αμερικανική πρωτοβουλία δείχνει ότι ο ανταγωνισμός με την Κίνα δεν περιορίζεται πλέον στην οικονομία ή το εμπόριο. Εξελίσσεται σταδιακά σε μια συνολική στρατηγική αντιπαράθεση που επηρεάζει τις αμυντικές επιλογές, τις επενδύσεις και την τεχνολογική αρχιτεκτονική ολόκληρης της Δύσης.
Διαβάστε επίσης; Το παρασκήνιο της παγκόσμιας σκακιέρας: Μυστικές διεργασίες, Ορμούζ και το παζάρι του χρήματος Τραμπ – Σι







Μ.Η.Τ. 242183