Η ΕΚΤ αναμένεται να διατηρήσει σταθερά τα επιτόκια την ερχόμενη Πέμπτη. Οι αγορές «κοιτούν» ήδη στη συνεδρίαση του Ιουνίου
Η επόμενη συνεδρίαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας την ερχόμενη Πέμπτη δεν αναμένεται να φέρει εκπλήξεις στο μέτωπο της νομισματικής πολιτικής. Το βασικό σενάριο συγκλίνει σε μία απόφαση διατήρησης των επιτοκίων στα σημερινά επίπεδα, καθώς η Φρανκφούρτη επιλέγει να κερδίσει χρόνο, αναμένοντας πιο καθαρή εικόνα για τις δευτερογενείς επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή στον πληθωρισμό.
Το μήνυμα που εκπέμπεται τις τελευταίες ημέρες από την πρόεδρο Κριστίν Λαγκάρντ και κορυφαία στελέχη του Διοικητικού Συμβουλίου είναι σαφές: η ΕΚΤ δεν πρόκειται να αντιδράσει βιαστικά σε ένα ενεργειακό σοκ, αν αυτό δεν μεταφερθεί με ένταση στο σύνολο της οικονομίας. Με άλλα λόγια, η άνοδος των τιμών ενέργειας από μόνη της δεν αρκεί για νέα αύξηση επιτοκίων, αν δεν συνοδεύεται από γενικευμένες πληθωριστικές πιέσεις σε αγαθά και υπηρεσίες.
Τα τελευταία στοιχεία της Eurostat ενισχύουν αυτή τη στάση. Ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη αυξήθηκε τον Μάρτιο στο 2,6% από 1,9% τον Φεβρουάριο, όμως η άνοδος αυτή αποδίδεται σχεδόν αποκλειστικά στην ενέργεια. Την ίδια στιγμή, ο δομικός πληθωρισμός –ο δείκτης που αφαιρεί τις τιμές ενέργειας και τροφίμων– υποχώρησε στο 2,2%, στέλνοντας σήμα αποκλιμάκωσης των πιέσεων στον πυρήνα της οικονομίας.
Πληθωρισμός vs ανάπτυξη: Η λεπτή ισορροπία που κρατά «παγωμένα» τα επιτόκια
Η ΕΚΤ βρίσκεται ξανά μπροστά σε ένα γνώριμο, αλλά εξαιρετικά σύνθετο δίλημμα. Από τη μία πλευρά, η εκτίναξη του κόστους ενέργειας, λόγω του πολέμου, δημιουργεί ανοδικές πιέσεις στον πληθωρισμό. Από την άλλη, η ίδια εξέλιξη λειτουργεί ως «φρένο» στην οικονομική δραστηριότητα, περιορίζοντας την κατανάλωση και επιβραδύνοντας την ανάπτυξη.
Οι πρώτες ενδείξεις από την οικονομική συγκυρία του Απριλίου δείχνουν ήδη σημαντική κάμψη στον τομέα των υπηρεσιών, καθώς τα νοικοκυριά περιορίζουν δαπάνες υπό το βάρος της ακρίβειας στην ενέργεια. Σε αντίθεση με το 2022, όταν η μεταπανδημική ρευστότητα τροφοδοτούσε τη ζήτηση, σήμερα η οικονομία δείχνει πιο ευάλωτη σε νέες αυξήσεις τιμών.
Ταυτόχρονα, οι προβλέψεις της ΕΚΤ για την ανάπτυξη έχουν ήδη αναθεωρηθεί προς τα κάτω. Το βασικό σενάριο κάνει λόγο για αύξηση του ΑΕΠ κατά 0,9% το 2026, από 1,2% που εκτιμάτο προηγουμένως, ενώ πιο απαισιόδοξες εκτιμήσεις πλησιάζουν ακόμη και το 0,6%. Η εικόνα αυτή επιβαρύνεται περαιτέρω από εξελίξεις σε μεγάλες οικονομίες, όπως η Γερμανία, όπου η πρόβλεψη ανάπτυξης έχει ήδη «κουρευτεί» στο 0,5%.
Η ΕΚΤ, επομένως, καλείται να αποφύγει ένα διπλό λάθος: να μην σφίξει υπερβολικά τη νομισματική πολιτική και πνίξει την ανάπτυξη, αλλά και να μην καθυστερήσει υπερβολικά αν ο πληθωρισμός αποδειχθεί πιο επίμονος.
Το βλέμμα στον Ιούνιο – Οι αγορές προεξοφλούν την επόμενη κίνηση
Η συνεδρίαση της Πέμπτης μοιάζει περισσότερο με στάση αναμονής παρά με σημείο καμπής. Τα κρίσιμα δεδομένα αναμένονται εντός της ίδιας ημέρας, με την ανακοίνωση από τη Eurostat των στοιχείων για τον πληθωρισμό Απριλίου, αλλά και της πρώτης εκτίμησης για το ΑΕΠ της Ευρωζώνης στο πρώτο τρίμηνο.
Μόνο σε περίπτωση που τα στοιχεία αυτά δείξουν έντονη επιτάχυνση του δομικού πληθωρισμού θα μπορούσε να ανατραπεί το βασικό σενάριο και να ανοίξει ο δρόμος για άμεση αύξηση επιτοκίων. Διαφορετικά, η αγορά στρέφει ήδη το βλέμμα στον Ιούνιο.
Οι περισσότερες εκτιμήσεις οικονομολόγων, όπως αποτυπώνονται σε έρευνες διεθνών οίκων, συγκλίνουν σε μία αύξηση επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης το καλοκαίρι. Υπάρχουν, ωστόσο, και φωνές που βλέπουν πιο περιορισμένο κύκλο αυξήσεων ή ακόμη και παύση της σύσφιξης μέσα στο 2026.
Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας, Γιάννης Στουρνάρας, κινείται στη γραμμή της προσοχής. Εκτιμά ότι, εφόσον ο πόλεμος αποκλιμακωθεί, ο πληθωρισμός μπορεί να κινηθεί χαμηλότερα από τις προβλέψεις, δικαιολογώντας μια πιο ήπια στάση. Αν όμως η κρίση παραταθεί, τότε η αυστηροποίηση της νομισματικής πολιτικής θεωρείται αναπόφευκτη.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι η ΕΚΤ έχει εισέλθει ξανά σε μια περίοδο υψηλής αβεβαιότητας. Και αυτή τη φορά, οι αποφάσεις της δεν θα κριθούν μόνο από τα επιτόκια, αλλά από την ικανότητά της να ισορροπήσει ανάμεσα σε πληθωρισμό, ανάπτυξη και γεωπολιτικό ρίσκο.
Διαβάστε επίσης: Επιτόκια: Πώς επηρεάζονται οι τράπεζες από τις αποφάσεις της Λαγκάρντ







Μ.Η.Τ. 242183