Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες περιόρισαν το 2025 το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο (NIM), ευθυγραμμίζοντάς το περισσότερο με τα επίπεδα των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου. Παρά τη μείωση, το σχετικό μέγεθος εξακολουθεί να παραμένει αισθητά υψηλότερο σε σύγκριση με τις αγορές της Κεντρικής Ευρώπης.
Σύμφωνα με στοιχεία του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (SSM), το μέσο καθαρό επιτοκιακό περιθώριο των ελληνικών τραπεζών διαμορφώθηκε στο 2,69% το τέταρτο τρίμηνο του 2025, έναντι 3,04% το 2024. Το επίπεδο αυτό είναι συγκρίσιμο με εκείνο της Πορτογαλίας (2,63%), της Ισπανίας (2,60%) και της Ιταλίας (2,03%). Αντίθετα, στις χώρες του ευρωπαϊκού πυρήνα τα περιθώρια παραμένουν σημαντικά χαμηλότερα, όπως στη Γαλλία (0,93%), τη Γερμανία (1,07%), το Βέλγιο (1,43%) και την Ολλανδία (1,49%). Εξαίρεση αποτελούν η Σλοβενία (3,11%) και η Λετονία (2,73%), όπου καταγράφονται τα υψηλότερα επίπεδα.
Το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο αποτελεί βασικό δείκτη κερδοφορίας, καθώς αποτυπώνει τη διαφορά ανάμεσα στα έσοδα από δάνεια και επενδύσεις και στο κόστος χρηματοδότησης και καταθέσεων. Στην ελληνική περίπτωση, η απόκλιση από τις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης δεν συνδέεται τόσο με τα επιτόκια χορηγήσεων –τα οποία έχουν σε μεγάλο βαθμό συγκλίνει, με εξαίρεση κυρίως τα καταναλωτικά δάνεια– αλλά κυρίως με τις χαμηλότερες αποδόσεις στις καταθέσεις. Ενδεικτικά, στο τέλος του 2025 τα επιτόκια προθεσμιακών καταθέσεων νοικοκυριών διαμορφώθηκαν στο 2,03% στη Γαλλία, 1,94% στη Γερμανία, 2,22% στην Ιταλία, 1,70% στην Ισπανία, 1,37% στην Πορτογαλία και μόλις 1,09% στην Ελλάδα.
Η υποχώρηση του περιθωρίου το 2025 αποδίδεται εν μέρει και στην ενίσχυση του ανταγωνισμού στον τομέα των χορηγήσεων, που οδήγησε σε συμπίεση των spreads κάτω από τις 230 μονάδες βάσης. Κεντρικό ρόλο διαδραμάτισαν τα επιχειρηματικά δάνεια, τα οποία συνέβαλαν καθοριστικά στην πιστωτική επέκταση, με το χαρτοφυλάκιο εξυπηρετούμενων δανείων να αυξάνεται κατά 9,7% σε ετήσια βάση και να φτάνει τα 162,3 δισ. ευρώ.
Παράλληλα, η ενίσχυση των δανειοδοτήσεων σε συνδυασμό με τη διεύρυνση των δραστηριοτήτων στη διαχείριση περιουσίας οδήγησαν σε αύξηση των εσόδων από προμήθειες κατά 10%, στα 2,2 δισ. ευρώ. Έτσι, η συμμετοχή τους στα συνολικά οργανικά έσοδα ανήλθε στο 19,88%, από 17,86% το 2024, παραμένοντας ωστόσο χαμηλότερη από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (29,34%), όπου πρωταγωνιστούν χώρες όπως η Γαλλία, η Ιταλία και η Γερμανία.
Σε όρους αποδοτικότητας, οι ελληνικές τράπεζες συνεχίζουν να καταγράφουν ισχυρές επιδόσεις, καταλαμβάνοντας τη δεύτερη θέση στην Ευρώπη μετά την Πορτογαλία. Ο δείκτης κόστους προς έσοδα διαμορφώθηκε στο 36,98%, έναντι σημαντικά υψηλότερων επιπέδων σε αγορές όπως η Γαλλία (66,56%).
Όσον αφορά την κεφαλαιακή επάρκεια, ο βασικός δείκτης (CET1) υποχώρησε στο 15,4% από 16% το 2024, επηρεασμένος από την αυξημένη διανομή μερισμάτων και το κόστος εξαγορών από τις τρεις εκ των τεσσάρων συστημικών τραπεζών. Αντίστοιχα, ο συνολικός δείκτης κεφαλαίου διαμορφώθηκε στο 15,46%, έναντι 16,18% στην Ευρώπη, ενώ ο συνολικός δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας ανήλθε στο 19,95% (έναντι 20,32% στην Ευρωζώνη).
Τέλος, σε υψηλά επίπεδα κινήθηκε και η απόδοση ιδίων κεφαλαίων (ROE), η οποία διαμορφώθηκε στο 11,98%, υπερβαίνοντας τον ευρωπαϊκό μέσο όρο που ανήλθε στο 9,53%.
Διαβάστε επίσης: Στεγαστικά δάνεια με όρους… 2017: Επιτόκια κάτω από 3% – Η Ελλάδα στην ελίτ των φθηνών της Ευρωζώνης






Μ.Η.Τ. 242183