Οι τράπεζες μπαίνουν επιθετικά στη στεγαστική πίστη το 2026, με μειώσεις επιτοκίων, αυξημένη ρευστότητα και εκταμιεύσεις σε υψηλό 12ετίας
Το 2026 προδιαγράφεται ως κομβική χρονιά για τη στεγαστική πίστη, με τις ελληνικές τράπεζες να ετοιμάζονται για μια πιο επιθετική επιστροφή στη λιανική χρηματοδότηση, αξιοποιώντας το νέο περιβάλλον χαμηλότερου κόστους χρήματος και την ενισχυμένη ζήτηση για αγορά κατοικίας. Οι διοικήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων εμφανίζονται συγκρατημένα αισιόδοξες ότι οι εκταμιεύσεις στεγαστικών δανείων θα κινηθούν υψηλότερα από τα επίπεδα του 2025, παρά το γεγονός ότι η αγορά παραμένει ακόμη μακριά από τα μεγέθη της προ κρίσης περιόδου.
Η βελτίωση των συνθηκών χρηματοδότησης αποτελεί βασικό πλεονέκτημα για τον κλάδο. Μετά τις διαδοχικές αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας των ελληνικών τραπεζών, το κόστος δανεισμού τους από τις αγορές έχει μειωθεί αισθητά, επιτρέποντας μεγαλύτερα περιθώρια κινήσεων στην τιμολόγηση των νέων στεγαστικών. Παράλληλα, η σταδιακή χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής στην Ευρωζώνη λειτουργεί υποστηρικτικά για τη ζήτηση, ενισχύοντας τη διάθεση των νοικοκυριών να προχωρήσουν σε αγορές ακινήτων.
Επιτόκια σε καθοδική τροχιά
Οι πρώτες ενδείξεις της αλλαγής στρατηγικής αποτυπώνονται ήδη στα επίσημα στοιχεία της Τράπεζα της Ελλάδος. Από το τελευταίο τρίμηνο του 2025, οι τράπεζες προχώρησαν σε διαδοχικές μειώσεις τόσο στα κυμαινόμενα όσο και στα σταθερά επιτόκια στεγαστικών, σε μια προσπάθεια να τονώσουν την αγορά.
Τον Νοέμβριο, που αποτελεί τον πιο πρόσφατο μήνα με διαθέσιμα στοιχεία, το μέσο επιτόκιο στο σύνολο των νέων στεγαστικών συμβάσεων διαμορφώθηκε στο 3,49%, καταγράφοντας τον τέταρτο συνεχόμενο μήνα υποχώρησης. Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς σημειώθηκε σε μια περίοδο όπου το κόστος χρήματος στη διατραπεζική αγορά παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητο. Το μέσο κυμαινόμενο επιτόκιο μειώθηκε στο 3,39% από 3,52% τον Ιούνιο του 2025, ενώ το σταθερό επιτόκιο δεκαετίας υποχώρησε στο 3,92% από 4,34%, ενισχύοντας την ελκυστικότητα των μακροχρόνιων επιλογών.
Ρευστότητα και επιθετική στρατηγική
Καθοριστικό ρόλο στη νέα δυναμική παίζει και η υπερβάλλουσα ρευστότητα των τραπεζών, η οποία δημιουργεί τις προϋποθέσεις για υψηλό όγκο νέων χορηγήσεων. Οι διοικήσεις εμφανίζονται διατεθειμένες να «κουρέψουν» τα επιτόκια, προκειμένου να κερδίσουν μερίδια αγοράς σε έναν τομέα που μπορεί να προσφέρει σταθερά έσοδα σε βάθος χρόνου και να ενισχύσει τη σχέση με τους πελάτες λιανικής.
Η στρατηγική αυτή συνδέεται άμεσα και με την αυξημένη ζήτηση που έχει εκδηλωθεί τους τελευταίους μήνες, ιδίως μέσω των αιτήσεων για την επιδοτούμενη δράση «Σπίτι Μου». Αν και οι εγκρίσεις δανείων στο πλαίσιο του προγράμματος ήταν σχεδόν διπλάσιες του διαθέσιμου προϋπολογισμού, σημαντικό μέρος αυτών δεν πρόκειται να εκταμιευθεί τελικά, λόγω έλλειψης επιλέξιμων κατοικιών. Ωστόσο, οι υποψήφιοι δανειολήπτες έχουν ήδη περάσει τα πιστοληπτικά φίλτρα και αποτελούν «έτοιμη» πελατειακή βάση για τα κλασικά στεγαστικά προϊόντα.
Εκταμιεύσεις σε υψηλό 12ετίας
Τα μεγέθη του 2025 επιβεβαιώνουν ότι η στεγαστική πίστη έχει γυρίσει σελίδα. Οι εκταμιεύσεις ξεπέρασαν τα 2 δισ. ευρώ, καταγράφοντας το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 12 ετών. Στο ενδεκάμηνο, για το οποίο υπάρχουν επίσημα στοιχεία, οι νέες συμβάσεις ανήλθαν σε 1,86 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 48% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2024 και στα υψηλότερα επίπεδα από το 2013.
Τον Οκτώβριο σημειώθηκε και ένα ακόμη ορόσημο, καθώς για πρώτη φορά μετά από περίπου 15 χρόνια το πρόσημο της πιστωτικής μεταβολής στα στεγαστικά δάνεια πέρασε σε θετικό έδαφος, έστω και οριακά. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται άμεσα με την άνοδο των μηνιαίων εκταμιεύσεων, οι οποίες από τον Ιούνιο και μετά, με εξαίρεση τον παραδοσιακά υποτονικό Αύγουστο, κινούνται σταθερά πάνω από τα 200 εκατ. ευρώ.
Σταθερό ή κυμαινόμενο; Τι επιλέγουν οι δανειολήπτες
Ως προς τις προτιμήσεις των νοικοκυριών, περίπου το 35% των νέων χορηγήσεων, σε όρους αξίας, κατευθύνθηκε σε δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο. Η συγκεκριμένη επιλογή αφορά κυρίως δανειολήπτες που εντάχθηκαν στο πρόγραμμα «Σπίτι Μου», όπου οι όροι χρηματοδότησης είναι ευνοϊκότεροι. Παρ’ όλα αυτά, η πλειονότητα των ενδιαφερόμενων εξακολουθεί να προτιμά τη σταθερότητα, επιλέγοντας σταθερά επιτόκια για ορισμένα χρόνια ή ακόμη και για όλη τη διάρκεια του δανείου, σε μια προσπάθεια να «κλειδώσει» το κόστος εξυπηρέτησης σε βάθος χρόνου.
Το στοίχημα για τις τράπεζες το 2026 είναι διπλό: αφενός να μετατρέψουν τη βελτίωση των συνθηκών σε βιώσιμη αύξηση των εκταμιεύσεων και αφετέρου να το πράξουν χωρίς να υπονομεύσουν τα περιθώρια κερδοφορίας. Με τα δεδομένα που διαμορφώνονται, η μάχη των επιτοκίων στα στεγαστικά μόλις ξεκινά.
Διαβάστε επίσης: Moody’s: Οι ελληνικές τράπεζες πιο ισχυρές από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο το 2026







Μ.Η.Τ. 242183