Θετικά μηνύματα και αξιοσημείωτο ρυθμό ανάπτυξης και το επόμενο έτος βλέπει η Εθνική Τράπεζα στα αναθεωρημένα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τους Ετήσιους Εθνικούς Λογαριασμούς.
Για τους αναλυτές της Εθνικής, η ανοδική αναθεώρηση της πορείας των επενδύσεων για τα προηγούμενα έτη − με το ποσοστό στο ΑΕΠ των επενδύσεων, εκτός κατασκευών, σε ιστορικό υψηλό το 2022-2023 – στηρίζει την παραγωγικότητα και συνδυάζεται με ισχυρότερα θεμελιώδη μεγέθη για τα νοικοκυριά.
Όπως τονίζεται, η ανακοίνωση από την Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) των αναθεωρημένων στοιχείων των Ετήσιων Εθνικών Λογαριασμών καθώς και των Μη-Χρηματοοικονομικών Λογαριασμών Θεσμικών Τομέων της Οικονομίας αποτύπωσε μια πολύ πιο θετική εικόνα των επιδόσεων της ελληνικής οικονομίας, σε σχέση με την αρχική εκτίμηση, ειδικά όσον αφορά τη δυναμική των επενδύσεων αλλά και την οικονομική θέση των νοικοκυριών.
Οι εν λόγω θετικές μεταβολές αποκτούν μεγαλύτερη βαρύτητα καθώς αφορούν βασικές παραμέτρους της αναπτυξιακής δυναμικής της οικονομίας επιδρώντας στην παραγωγικότητα, την τελική ζήτηση και το δυνητικό ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης.
Συγκεκριμένα, η μέση αύξηση του ΑΕΠ, σε σταθερές τιμές, για την περίοδο 2017-2023 αναθεωρήθηκε ανοδικά κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες, σε +1,9% ετησίως από +1,6% ετησίως και στο 2,3% για το 2023 από 2,0%. Αντιστοίχως, η αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ ανήλθε σε +8,3% ετησίως από +6,6%, με τη μέση ετήσια μεταβολή του σχετικού αποπληθωριστή να έχει επίσης ενισχυθεί στο 5,9% από 4,5% στην αρχική εκτίμηση. Συνολικά, το ονομαστικό ΑΕΠ αυξήθηκε σε 225,2 δισ. ευρώ το 2023 (από 220,3 δισ. ευρώ στην προηγούμενη εκτίμηση).
Κομβικό σημείο της αναθεώρησης ήταν η πολύ πιο ισχυρή, από την αρχικά εκτιμώμενη, δυναμική των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου (ΑΣΠΚ) τα τελευταία χρόνια, η οποία έχει άμεση συσχέτιση με την παραγωγικότητα της οικονομίας, ειδικά μετά από μία δεκαετία πρωτοφανούς καθαρής αποεπένδυσης.
Η επανεκτίμηση αποτυπώνει κυρίως υψηλότερες, από τις αρχικά εκτιμώμενες, ιδιωτικές επενδύσεις, ειδικά σε μηχανολογικό εξοπλισμό, και στην κατηγορία «λοιπών» επενδυτικών δαπανών (που περιλαμβάνουν κυρίως εξοπλισμό πληροφορικής και δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας) αλλά και αυξημένη οικιστική κατασκευαστική δραστηριότητα.
Αύξηση στο διαθέσιμο εισόδημα
Τα επικαιροποιημένα στοιχεία για τη σύνθεση του ΑΕΠ από την προσέγγιση εισοδήματος (διαθέσιμα μόνο σε τρέχουσες τιμές), αποτύπωσαν ισχυρότερη αύξηση στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και των μη-κερδοσκοπικών ιδρυμάτων που εξυπηρετούν νοικοκυριά (ΜΚΙΕΝ) − μέση ετήσια αύξηση 8,2% την περίοδο 2021-2023 από προηγούμενη εκτίμηση 7,5% − με το επίπεδο του διαθέσιμου εισοδήματος σε τρέχουσες τιμές στα 151,7 δισ. ευρώ το 2023 ή 5,9 δισ. ευρώ πάνω από την αρχική εκτίμηση.
Περίπου 1,1 δισ. ευρώ της αύξησης συνδέεται με τη θετική αναθεώρηση του επιπέδου αμοιβών εξαρτημένης εργασίας το 2023 (υψηλό 14 ετών), 2,8 δισ. ευρώ αντανακλούν υψηλότερες ροές μεικτών εισοδημάτων των νοικοκυριών (κυρίως μερίσματα, ενοίκια και έσοδα από τόκους), ενώ το υπόλοιπο μέρος αποδίδεται στο ισχυρότερο ακαθάριστο λειτουργικό πλεόνασμα των νοικοκυριών από επιχειρηματικές δραστηριότητες.
Το μέσο κατά κεφαλήν διαθέσιμο εισόδημα εμφανίζεται αυξημένο κατά 4,1% για το 2023, σε σύγκριση με τα αρχικά στοιχεία, καταδεικνύοντας μια βελτιωμένη θεμελιώδη ισορροπία για τα νοικοκυριά που υποστηρίζει την κατανάλωση παρά την επιμονή του πληθωρισμού. Ως εκ τούτου, το ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών παρέμεινε αρνητικό στο -0,3%, κατά μέσο όρο την περίοδο 2021-2023, αλλά εμφανίζεται σημαντικά βελτιωμένο έναντι αρχικής εκτίμησης -1,7%.
Επίδραση στις επιδόσεις της οικονομίας το 2024 και τα επόμενα έτη
Οι ισχυρές επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας το 1ο εξάμηνο του 2024 – με υγιή αύξηση των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου (+3,5% ετησίως και 6,1% εξαιρουμένων των κατασκευών, σύμφωνα με τα μη αναθεωρημένα τριμηνιαία στοιχεία), ταχεία συσσώρευση αποθεμάτων και εύρωστη ιδιωτική κατανάλωση (+2,0% σε ετήσια βάση από 1,6% το 2023) – συνδυάζονται πλέον και με ισχυρότερες θετικές επιδράσεις, μέσω μετακύλισης της ανοδικής δυναμικής του ΑΕΠ (carry-over effect) λόγω της αναθεώρησης,
προοιωνίζοντας ρυθμό ανάπτυξης, για το 2024 και το 2025, πλησίον του 2,5%.






Μ.Η.Τ. 242183