Σε ιστορικό υψηλό 22,8 δισ. ευρώ έφτασε το κόστος των φοροαπαλλαγών, με 1.236 εξαιρέσεις που περιορίζουν τον δημοσιονομικό χώρο
Στο εντυπωσιακό ύψος των 22,88 δισ. ευρώ ανέρχεται πλέον το συνολικό κόστος των φοροαπαλλαγών που χορηγεί το κράτος σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στο 30,9% των συνολικών φορολογικών εσόδων και αναδεικνύει μια πραγματικότητα που προβληματίζει τόσο τους οικονομολόγους όσο και τους θεσμούς. Αν οι απαλλαγές αυτές δεν υπήρχαν, τα δημόσια έσοδα θα άγγιζαν τα 96,5 δισ. ευρώ, προσφέροντας στις κυβερνήσεις σαφώς μεγαλύτερο περιθώριο για μόνιμες μεταρρυθμίσεις και στοχευμένες κοινωνικές πολιτικές.
Η αύξηση κατά 4,06 δισ. ευρώ μέσα σε μόλις έναν χρόνο οφείλεται κυρίως στη διόγκωση των φοροαπαλλαγών για νομικά πρόσωπα, αλλά και σε ειδικές εξαιρέσεις που ενισχύθηκαν τα τελευταία χρόνια. Η εξέλιξη δείχνει πόσο γρήγορα μεταβάλλεται το πλέγμα των εξαιρέσεων, διαμορφώνοντας ένα ολοένα πιο σύνθετο και ακριβό φορολογικό οικοδόμημα.
Η έκρηξη στους αριθμούς: Από τη γενική κυβέρνηση έως τις επιχειρήσεις
Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, οι φορείς της γενικής κυβέρνησης απαλλάχθηκαν από τον φόρο εισοδήματος -με εξαίρεση έσοδα από κεφάλαιο και υπεραξίες- ενώ διευρύνθηκαν και οι απαλλαγές για επιχορηγήσεις που δίνονται αποκλειστικά για αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών.
Παράλληλα, διπλασιάστηκαν οι απαλλαγές στα ενδοομιλικά μερίσματα για νομικά πρόσωπα με φορολογική κατοικία στην Ελλάδα.
Αντίθετα, οι φοροαπαλλαγές για την απόκτηση πρώτης κατοικίας συρρικνώθηκαν δραματικά. Από τα 2,15 δισ. ευρώ το 2023, έπεσαν στα 600 εκατ. ευρώ το 2024, εξέλιξη που αποτυπώνει αφενός το αυξημένο κόστος των ακινήτων και αφετέρου τη μετατόπιση των συναλλαγών προς επενδυτικά ή επαγγελματικά ακίνητα.
Μια δύσκολη άσκηση αποτίμησης
Η καταγραφή των πραγματικών φορολογικών δαπανών αποτελεί σύνθετη διαδικασία ακόμη και για τις πιο ανεπτυγμένες οικονομίες της Ε.Ε. και του ΟΟΣΑ. Κάθε χώρα χρησιμοποιεί διαφορετική μεθοδολογία, με αποτέλεσμα οι συγκρίσεις να καθίστανται δυσχερείς. Κάποιες κυβερνήσεις υπολογίζουν το δημοσιονομικό κόστος των απαλλαγών, ενώ άλλες τις αντιμετωπίζουν ως ενσωματωμένο μέρος του φορολογικού τους συστήματος.
Στην Ελλάδα, σύμφωνα με τον τόμο φορολογικών δαπανών για το 2024 που κατατέθηκε στη Βουλή, ο αριθμός των φοροαπαλλαγών ανήλθε στις 1.236, από 1.106 το 2023 και 1.064 το 2021. Η αύξηση αυτή αντικατοπτρίζει κοινωνικές και οικονομικές ανάγκες, αλλά και πολιτικές επιλογές που συχνά δημιουργούν ένα δαιδαλώδες σύστημα εξαιρέσεων που δύσκολα αποτιμάται με ακρίβεια.
Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας έχει επανειλημμένα επισημάνει την ανάγκη επαναξιολόγησης των φοροαπαλλαγών, τονίζοντας ότι πρέπει να εστιάζουν στην κοινωνική χρησιμότητα και όχι να διευρύνονται αδιάκριτα.
Τα χρόνια της πανδημίας και η εκρηκτική μεταβολή
Η πανδημία επιτάχυνε την αύξηση των φοροαπαλλαγών μέσω της επιστρεπτέας προκαταβολής και άλλων έκτακτων ενισχύσεων. Παράλληλα, η αναπροσαρμογή των αντικειμενικών αξιών και η αύξηση του αφορολόγητου για δωρεές και γονικές παροχές στα 800.000 ευρώ οδήγησαν σε σημαντική διεύρυνση των απαλλαγών στη φορολογία κεφαλαίου.
Ενδεικτικό είναι ότι το κόστος των εξαιρέσεων από τον Ειδικό Φόρο Ακινήτων αυξήθηκε από 3,7 δισ. ευρώ το 2021 σε 5,3 δισ. το 2022 και σήμερα ξεπερνά τα 6,3 δισ. ευρώ.
Όταν τα δεδομένα δεν μπορούν να μετρηθούν
Σε αρκετές περιπτώσεις, το πραγματικό δημοσιονομικό κόστος παραμένει μη μετρήσιμο. Εξαιρέσεις όπως τα κέρδη τυχερών παιγνίων ή το ψηφιακό τέλος συναλλαγής δεν υποστηρίζονται από ολοκληρωμένα πληροφοριακά συστήματα, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει ακριβής αποτύπωση.
Το ίδιο ισχύει και για τον ΦΠΑ, καθώς επιχειρήσεις που απαλλάσσονται δεν υποχρεούνται να υποβάλουν δηλώσεις, καθιστώντας την απώλεια εσόδων δύσκολα ανιχνεύσιμη. Εξαιρέσεις στον ΦΠΑ κοστολογούνται πλέον σε περίπου 1 δισ. ευρώ, με την ιδιωτική εκπαίδευση να απολαμβάνει το μεγαλύτερο όφελος, περίπου 501 εκατ. ευρώ.
Η αναλυτική εικόνα ανά κατηγορία φόρου
Η συνολική ανάλυση δείχνει ότι οι φοροαπαλλαγές σε φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων φτάνουν τα 4,94 δισ. ευρώ, ενώ για νομικά πρόσωπα ανέρχονται σε 5,8 δισ. ευρώ.
Στη φορολογία κεφαλαίου, οι απαλλαγές αγγίζουν τα 9,06 δισ. ευρώ, ενώ από τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης προκύπτουν απαλλαγές περίπου 1 δισ. ευρώ, με την ενέργεια και τα αλκοολούχα προϊόντα να συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο μέρος. Τέλη ταξινόμησης και κυκλοφορίας έχουν μικρότερο δημοσιονομικό αποτύπωμα, αλλά προσθέτουν εκατομμύρια σε μια ήδη διογκωμένη εικόνα.
Η εκρηκτική αύξηση των φοροαπαλλαγών καταδεικνύει την ανάγκη για μια συνολική και ουσιαστική επαναξιολόγηση. Το τρέχον σύστημα, με 1.236 διαφορετικές εξαιρέσεις, δυσκολεύει τον σχεδιασμό συνεκτικής φορολογικής πολιτικής και περιορίζει τον δημοσιονομικό χώρο για ουσιαστικές παρεμβάσεις.
Με τις πιέσεις της οικονομίας και τις απαιτήσεις για κοινωνική στήριξη να αυξάνονται, η ανάγκη για στοχευμένες, αποτελεσματικές και κοινωνικά δίκαιες φοροαπαλλαγές καθίσταται πιο επιτακτική από ποτέ.
Διαβάστε επίσης: Φοροαπαλλαγές, ενοίκια, ΕΝΦΙΑ: Τι αλλάζει από το 2026 στην αγορά ακινήτων






Μ.Η.Τ. 242183