Η Ελλάδα εξαγοράζει τα GDP warrants για να μειώσει το χρέος της. Τι κερδίζει το Δημόσιο, ποιες είναι οι αντιδράσεις των hedge funds
Μέχρι το τέλος του 2025 αναμένεται να ξεκαθαρίσει το ζήτημα της εξαγοράς των GDP warrants από το Ελληνικό Δημόσιο, μια υπόθεση που σχετίζεται άμεσα με τη διαχείριση του χρέους και τη μείωση των μελλοντικών επιβαρύνσεων για τους φορολογούμενους.
Τα GDP warrants, ή αλλιώς τα «δικαιώματα μπόνους ΑΕΠ», θεσπίστηκαν στο πλαίσιο του PSI του 2012 ως «γλυκαντικό» για όσους δέχθηκαν το «κούρεμα» των ελληνικών ομολόγων, ύψους 62,9 δισ. ευρώ. Προέβλεπαν ότι αν το ελληνικό ΑΕΠ επέστρεφε στα προ κρίσης επίπεδα των 266 δισ. ευρώ και η ανάπτυξη ξεπερνούσε το 2%, τότε οι κάτοχοί τους θα λάμβαναν ετήσιο μπόνους έως 1% επί της αξίας των ομολόγων. Δεδομένου ότι η ανάπτυξη ξεπέρασε το 2% ήδη από το 2021 και το ΑΕΠ οδεύει σταδιακά προς τα 266 δισ. ευρώ ως το 2027, η ενεργοποίηση αυτών των warrants θα σήμαινε πρόσθετους τόκους τουλάχιστον 350 εκατ. ευρώ ετησίως, έως τη λήξη τους το 2042.
Οι διαπραγματεύσεις με τα hedge funds και το εξώδικο
Προκειμένου να αποφύγει αυτή τη σημαντική μελλοντική επιβάρυνση, ο ΟΔΔΗΧ προχώρησε τον Μάιο σε δημόσια πρόσκληση για εξαγορά των warrants με μετρητά. Η τιμή προσφοράς ορίστηκε στα 0,25 ευρώ ανά 100 units, τιμή που καθορίστηκε με βάση τη σύμβαση του 2012, μέσω εκτίμησης τριών μεγάλων επενδυτικών τραπεζών λόγω έλλειψης αξιόλογων συναλλαγών στην ΗΔΑΤ.
Ωστόσο, ορισμένα hedge funds αντέδρασαν, αποστέλλοντας εξώδικο τον Απρίλιο μέσω νομικού γραφείου, καθώς υποστήριξαν ότι είχαν αγοράσει τα warrants σε υψηλότερες τιμές, μεταξύ 0,34 και 0,54 ευρώ, και η χαμηλή προσφορά τους προκαλεί ζημίες έναντι των πελατών τους.
Η προσφυγή στα αγγλικά δικαστήρια και το οικονομικό αποτύπωμα
Μετά την ένταση, το Ελληνικό Δημόσιο, μέσω του ΟΔΔΗΧ, προσέφυγε προληπτικά στα αγγλικά δικαστήρια με διαπιστωτική αγωγή, ζητώντας επιβεβαίωση ότι το τίμημα εξαγοράς είναι σύννομο με τη σύμβαση. Η απόφαση αναμένεται μέσα στους επόμενους μήνες, ενώ τα hedge funds καλούνται έως τα μέσα Ιουλίου να καταθέσουν τις ενστάσεις τους για την τιμή.
Στελέχη του οικονομικού επιτελείου εκτιμούν ότι ακόμη και αν το δικαστήριο αποφασίσει μικρή αύξηση της τιμής εξαγοράς, το συνολικό κόστος δεν θα ξεπεράσει τα 200-210 εκατ. ευρώ, έναντι του αρχικού στόχου των 160 εκατ. ευρώ. Παρά την επιβάρυνση αυτή, η εξαγορά θεωρείται εξαιρετικά συμφέρουσα, καθώς αποτρέπει τη μελλοντική πληρωμή επιπλέον τόκων που θα μπορούσαν να φτάσουν ακόμη και τα 600 εκατ. ευρώ μέχρι το 2042.
Η επιτυχής ολοκλήρωση της εξαγοράς των GDP warrants αφαιρεί έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας για τις αγορές, βελτιώνει το προφίλ του ελληνικού χρέους και ενισχύει τη στρατηγική της χώρας για σταδιακή αναβάθμιση σε επενδυτική βαθμίδα από όλους τους οίκους αξιολόγησης, σε μια περίοδο που η οικονομία εμφανίζει σταθερή ανάπτυξη και δημοσιονομική υπευθυνότητα.
Διαβάστε επίσης: Παγκόσμιο Δημόσιο Χρέος: Η Ιαπωνία «βασιλιάς» – Η Ελλάδα εκτός top 25






Μ.Η.Τ. 242183