Η παρουσία των ελληνικών τραπεζών σε τίτλους του Ελληνικού Δημοσίου επανέρχεται στο επίκεντρο, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, καθώς αντιστοιχεί περίπου στο 9% του συνολικού ενεργητικού τους. Σε σύγκριση με την περίοδο πριν από την πανδημία, το ποσοστό αυτό έχει αυξηθεί αισθητά. Παρότι τα τελευταία χρόνια οι τράπεζες επιδιώκουν μεγαλύτερη διασπορά των επενδύσεών τους, τα ελληνικά κρατικά ομόλογα εξακολουθούν να κατέχουν σημαντική θέση στα χαρτοφυλάκιά τους, γεγονός που εγείρει ερωτήματα τόσο για το επίπεδο κινδύνου όσο και για τις πιθανές συνέπειες σε περίπτωση αρνητικών εξελίξεων στις αγορές.
Συνολικά, περίπου το 40% του χαρτοφυλακίου χρεογράφων των τραπεζών αποτελείται από τίτλους του Ελληνικού Δημοσίου, ενώ ένα επιπλέον 38% αφορά ομόλογα άλλων κρατών. Η εικόνα αυτή υποδηλώνει αφενός τη μεγάλη συμμετοχή του ελληνικού δημόσιου χρέους στους τραπεζικούς ισολογισμούς και αφετέρου μια ενισχυμένη τάση γεωγραφικής διαφοροποίησης, κυρίως προς χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ομάδας των 10. Η διαφοροποίηση αυτή περιορίζει τον κίνδυνο συγκέντρωσης, χωρίς όμως να αναιρεί τη σημασία των ελληνικών τίτλων.
Πιο συγκεκριμένα, η συνολική έκθεση σε ελληνικούς κρατικούς τίτλους –συμπεριλαμβανομένων των εντόκων γραμματίων– διαμορφώθηκε τον Δεκέμβριο του 2025 στα 34,3 δισ. ευρώ. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί περίπου στο 9% του ενεργητικού και, αν και παρουσιάζει οριακή μείωση κατά 0,3% σε σχέση με το 2024, είναι υπερδιπλάσιο σε σύγκριση με το 2019, όταν ανερχόταν στα 16,5 δισ. ευρώ. Η εξέλιξη αυτή αντανακλά την αυξημένη συμμετοχή των τραπεζών στη χρηματοδότηση του κράτους, σε ένα περιβάλλον εντονότερης έκδοσης χρέους και αυξημένης ρευστότητας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η σύνθεση του χαρτοφυλακίου. Περίπου το 85% των τίτλων διακρατείται έως τη λήξη και αποτιμάται στο αποσβεσμένο κόστος, γεγονός που περιορίζει την επίδραση των βραχυπρόθεσμων διακυμάνσεων των τιμών. Αντίθετα, ένα μικρότερο τμήμα, περίπου 4,9 δισ. ευρώ, αποτιμάται σε εύλογη αξία και έχει αυξηθεί κατά 20,2% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Το συγκεκριμένο κομμάτι είναι και το πιο ευάλωτο σε μεταβολές επιτοκίων και πιστωτικών περιθωρίων, αποτελώντας την κύρια πηγή άμεσου κινδύνου.
Όσον αφορά την εκτίμηση του κινδύνου, η Τράπεζα της Ελλάδος χρησιμοποιεί δείκτες ευαισθησίας. Με βάση τα στοιχεία του Δεκεμβρίου 2025, μια αύξηση των επιτοκίων κατά μία μονάδα βάσης θα μπορούσε να οδηγήσει σε λογιστική απώλεια περίπου 25,4 εκατ. ευρώ, ενώ αντίστοιχη αύξηση των πιστωτικών περιθωρίων εκτιμάται ότι θα προκαλούσε ζημία 27,2 εκατ. ευρώ. Τα μεγέθη αυτά αποτυπώνουν τη θεωρητική συνολική έκθεση, χωρίς να σημαίνουν απαραίτητα άμεση επιβάρυνση των κεφαλαίων.
Στην πράξη, η επίδραση είναι σαφώς πιο περιορισμένη. Για το τμήμα των τίτλων που αποτιμάται σε εύλογη αξία, η πραγματική ζημία δεν ξεπερνά τα 1,9 εκατ. ευρώ, είτε πρόκειται για μεταβολές επιτοκίων είτε για αλλαγές στα πιστωτικά περιθώρια. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η πλειονότητα των ομολόγων διακρατείται μέχρι τη λήξη, μειώνοντας την έκθεση στις βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις.
Παρά τη σχετική αυτή προστασία, η υψηλή έκθεση σε ελληνικά κρατικά ομόλογα παραμένει παράγοντας που απαιτεί προσοχή. Σε ένα διεθνές περιβάλλον με αυξημένη αβεβαιότητα, γεωπολιτικές εντάσεις και μεταβαλλόμενα επιτόκια, οι αποτιμήσεις των τίτλων ενδέχεται να επηρεαστούν σημαντικά, ιδιαίτερα αν οι μεταβολές είναι έντονες και διαρκείς. Αν και οι λογιστικοί κανόνες περιορίζουν την άμεση καταγραφή ζημιών, οι οικονομικές επιπτώσεις θα μπορούσαν να προκύψουν σε περίπτωση πώλησης τίτλων ή αναδιάρθρωσης των χαρτοφυλακίων.
Επιπλέον, η στενή διασύνδεση τραπεζών και κράτους δημιουργεί έναν ευρύτερο συστημικό κίνδυνο, γνωστό ως «φαύλος κύκλος» μεταξύ κρατών και τραπεζών. Σε αυτό το πλαίσιο, ενδεχόμενη επιδείνωση της πιστοληπτικής ικανότητας του Δημοσίου θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τις τράπεζες, ενώ προβλήματα στον τραπεζικό τομέα θα μπορούσαν με τη σειρά τους να επιβαρύνουν το δημόσιο χρέος.
Συνοψίζοντας, οι ελληνικές τράπεζες έχουν ενισχύσει σημαντικά τη θέση τους σε κρατικούς τίτλους τα τελευταία χρόνια, διατηρώντας παράλληλα περιορισμένο άμεσο κίνδυνο λόγω της δομής των χαρτοφυλακίων τους. Ωστόσο, το μέγεθος αυτής της έκθεσης και οι αβεβαιότητες του διεθνούς περιβάλλοντος καθιστούν απαραίτητη τη συνεχή παρακολούθηση και ορθή διαχείριση των κινδύνων, ώστε να διασφαλιστεί η σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος μακροπρόθεσμα.
Διαβάστε επίσης; Οι ελληνικές τράπεζες «πατούν γκάζι» στις χρηματοδοτήσεις: Νέα έκρηξη δανείων €2 δισ. στην αγορά






Μ.Η.Τ. 242183