Με τους οίκους σε στάση αναμονής, το ΥΠΕΘΟ επιλέγει δημοσιονομική πειθαρχία και επιθετική μείωση χρέους για να «ξεκλειδώσει» την επόμενη βαθμίδα
Η ελληνική οικονομία εισέρχεται στο δεύτερο μισό του 2026 με ένα σαφές, αλλά απαιτητικό στοίχημα. Να μετατρέψει τη σταθερότητα σε αναβάθμιση. Παρά το γεγονός ότι οι μεγάλοι οίκοι αξιολόγησης διατηρούν προς το παρόν στάση αναμονής, η στρατηγική που χαράσσεται από το οικονομικό επιτελείο στοχεύει ευθέως σε ένα upgrade που θα αλλάξει επίπεδο την πιστοληπτική εικόνα της χώρας.
Οι Fitch Ratings, S&P Global Ratings, Moody’s και DBRS Morningstar έχουν ήδη στείλει το μήνυμα: οι επόμενες κινήσεις θα εξαρτηθούν από δύο παράγοντες – τη συνέχιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας και την ταχύτερη αποκλιμάκωση του χρέους. Το διεθνές περιβάλλον, με φόντο την ένταση στη Μέση Ανατολή και την ενεργειακή αστάθεια, λειτουργεί ως «φρένο» στις άμεσες αποφάσεις, όχι όμως και στις προσδοκίες.
Σφιχτή δημοσιονομική γραμμή και αναθεωρήσεις στόχων
Το πρώτο σκέλος της στρατηγικής αφορά την ενίσχυση της δημοσιονομικής αξιοπιστίας. Το πρωτογενές πλεόνασμα για το 2026 αναμένεται να αναθεωρηθεί προς τα πάνω, στο 3,2% του ΑΕΠ, έναντι αρχικού στόχου 2,8%, στέλνοντας καθαρό μήνυμα συνέπειας προς τις αγορές και τους οίκους αξιολόγησης.
Την ίδια στιγμή, η ανάπτυξη προσαρμόζεται σε πιο ρεαλιστικά επίπεδα, κοντά στο 2%, ενώ ο πληθωρισμός αναθεωρείται ανοδικά, αντανακλώντας τις πιέσεις από την ενέργεια και το διεθνές περιβάλλον. Ωστόσο, η εκτίμηση στο οικονομικό επιτελείο είναι ότι τα στοιχεία του δεύτερου εξαμήνου ενδέχεται να διαψεύσουν τις συντηρητικές προβλέψεις, εφόσον η τουριστική περίοδος κινηθεί ισχυρά και η κατανάλωση διατηρηθεί.
Η επιλογή είναι σαφής: λιγότερες υποσχέσεις, περισσότερη αξιοπιστία. Και αυτό είναι ακριβώς το σήμα που ζητούν οι αγορές.
Επιθετική στρατηγική μείωσης χρέους
Το δεύτερο και καθοριστικότερο «χαρτί» είναι η επιτάχυνση της μείωσης του δημόσιου χρέους. Η Ελλάδα δεν στηρίζεται μόνο στη δομή του χρέους της -με μέση διάρκεια σχεδόν 20 ετών, χαμηλό επιτόκιο γύρω στο 1,3% και περιορισμένες ετήσιες χρηματοδοτικές ανάγκες- αλλά περνά πλέον σε πιο επιθετικές κινήσεις αποπληρωμής.
Ήδη έχει προγραμματιστεί η πρόωρη εξόφληση 7 δισ. ευρώ από το διμερές δάνειο των χωρών της Ευρωζώνης (GLLF), αξιοποιώντας τα διαθέσιμα του European Stability Mechanism. Η κίνηση αυτή οδηγεί σε άμεση μείωση του χρέους και ενισχύει την εικόνα αξιοπιστίας της χώρας.
Παράλληλα, σχεδιάζεται νέα αποπληρωμή προς το τέλος του έτους, αυτή τη φορά προς τον European Financial Stability Facility, ανοίγοντας τον δρόμο για περαιτέρω αποκλιμάκωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ. Η διπλή αυτή παρέμβαση δεν είναι απλώς λογιστική – αποτελεί πολιτική επιλογή που στοχεύει να αφαιρέσει από την Ελλάδα το «στίγμα» της πιο υπερχρεωμένης οικονομίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το στοίχημα της αναβάθμισης και το timing των οίκων
Με αυτά τα δεδομένα, η ελληνική πλευρά εκτιμά ότι μέχρι το τέλος του 2026 υπάρχει πραγματικό παράθυρο για αναβάθμιση της χώρας σε βαθμίδα ΒΒΒ+. Το timing, ωστόσο, δεν θα καθοριστεί μόνο από τα ελληνικά στοιχεία, αλλά και από τις διεθνείς εξελίξεις, ιδίως στο ενεργειακό και γεωπολιτικό πεδίο.
Οι οίκοι αξιολόγησης δεν αμφισβητούν πλέον τη δημοσιονομική πορεία της Ελλάδας. Αυτό που αναζητούν είναι η επιβεβαίωση ότι η πρόοδος αυτή είναι διατηρήσιμη ακόμη και σε περιβάλλον κρίσης. Και ακριβώς εκεί εστιάζει το οικονομικό επιτελείο: όχι μόνο στην επίτευξη στόχων, αλλά στην αντοχή τους.
Η επόμενη αναβάθμιση, εφόσον έρθει, δεν θα είναι αποτέλεσμα συγκυρίας αλλά συνέπεια στρατηγικής. Το πραγματικό ερώτημα πλέον δεν είναι αν η Ελλάδα μπορεί να ανέβει κατηγορία, αλλά αν μπορεί να διατηρήσει αυτό το επίπεδο σε έναν κόσμο που γίνεται ολοένα πιο ασταθής.
Διαβάστε επίσης: Επιβεβαίωση επενδυτικής βαθμίδας για την Ελλάδα από τον S&P






Μ.Η.Τ. 242183