Νέα «φουλ» αύξηση παραγωγής από ΟΠΕΚ+: +548.000 bpd τον Σεπτέμβριο, ολοκληρώνεται η επαναφορά 2,2 εκατ. bpd»
Ο ΟΠΕΚ+ συμφώνησε αρχικά να αυξήσει την παραγωγή κατά 548.000 βαρέλια ανά ημέρα τον Αύγουστο του 2025, έναντι 411.000 bpd των προηγούμενων μηνών — μια υπερακοντισμένη αύξηση που ξεπερνά τις προσδοκίες της αγοράς. Σε επόμενο βήμα (συνεδρίαση της 3ης Αυγούστου), η συμφωνία επεκτείνεται για 548.000 bpd για τον Σεπτέμβριο 2025, ολοκληρώνοντας έτσι την πλήρη αναίρεση της αρχικής μείωσης 2,2 εκατ. bpd. Ο ΟΠΕΚ+ πραγματοποιεί επιτάχυνση του σχεδίου απόσυρσης των περικοπών για να ανακτήσει μερίδιο αγοράς και να ανταγωνιστεί παραγωγούς που δεν συμμετέχουν στο καρτέλ, όπως η αμερικανική σχιστολιθική παραγωγή.
Μία σχετική απόφαση αναμένεται να ληφθεί σε μία συνάντηση που έχει προγραμματιστεί να διεξαχθεί στις 14:00 (ώρα Ελλάδος) σήμερα μετά το μεσημέρι.
Η εξέλιξη αυτή δρομολογείται μετά από τις εκφρασμένες απαιτήσεις των ΗΠΑ προς την Ινδία για τον τερματισμό της αγοράς πετρελαίου από τη Ρωσία, καθώς η Ουάσινγκτον αναζητεί τρόπους, προκειμένου να πιέσει τη Μόσχα για την επίτευξη μιας συμφωνίας ειρήνευσης στην Ουκρανία.
Η επιβολή νέων κυρώσεων από την Ευρωπαϊκή Ένωση έχει πιέσει τα κρατικά διυλιστήρια της Ινδίας να αναστείλουν τις αγορές ρωσικού πετρελαίου.
Η νέα κίνηση σηματοδοτεί μια καθοριστική μεταστροφή της στρατηγικής του OPEC+, από την πολιτική στήριξης των τιμών στην επιλογή της αύξησης της προσφοράς. Η αλλαγή στάσης έχει λειτουργήσει ως ανάχωμα στις διεθνείς τιμές πετρελαίου και βενζίνης, περιορίζοντας τις πιέσεις από γεωπολιτικές εντάσεις και την αυξημένη εποχική ζήτηση. Το αποτέλεσμα: σχετική ανακούφιση για τους καταναλωτές, αλλά και πολιτική «νίκη» για τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ.
Ωστόσο, αυτή η στρατηγική ενδέχεται να οδηγήσει σε περαιτέρω πλεόνασμα προσφοράς στην παγκόσμια αγορά προς τα τέλη του έτους, σύμφωνα με εκτιμήσεις αναλυτών.
Η επόμενη πρόκληση για τους επενδυτές είναι το υπόλοιπο «πάγωμα» παραγωγής που ανέρχεται σε 1,66 εκατ. βαρέλια ημερησίως και, επισήμως, προγραμματίζεται να παραμείνει εκτός αγοράς έως τα τέλη του 2026.
«Με την επικείμενη άρση της εθελοντικής μείωσης των 2,2 εκατ. βαρελιών ημερησίως, αναμένουμε ότι οι παραγωγοί θα κάνουν παύση, αξιολογώντας τις συνθήκες της αγοράς και τους μακροοικονομικούς παράγοντες», δήλωσε sto Bloomberg η Helima Croft, επικεφαλής στρατηγικής εμπορευμάτων στη RBC Capital.
Το OPEC+ είχε προκαλέσει πτώση των τιμών πετρελαίου σε χαμηλό τετραετίας στις αρχές Απριλίου, όταν ανακοίνωσε αιφνίδια επιτάχυνση της άρσης των περιορισμών στην παραγωγή, την ώρα που οι αγορές προσπαθούσαν ακόμη να απορροφήσουν τις απρόβλεπτες εμπορικές ανακοινώσεις του Τραμπ για την «Ημέρα Απελευθέρωσης». Ακολούθησαν διαδοχικές αυξήσεις στην παραγωγή, οι οποίες ενισχύθηκαν ακόμη περισσότερο τον Ιούλιο.
Οι τιμές του πετρελαίου ανέκαμψαν κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, καθώς η ζήτηση ενισχύθηκε. Τα προθεσμιακά συμβόλαια Brent στο Λονδίνο διαπραγματεύονταν λίγο κάτω από τα $70 το βαρέλι την Παρασκευή, σημειώνοντας πτώση 6,7% από την αρχή του έτους. Παρ’ όλα αυτά, οι αναλυτές προειδοποιούν ότι η αγορά μπορεί να αντιμετωπίσει υπερβάλλουσα προσφορά τους επόμενους μήνες, λόγω αύξησης της παραγωγής και επιβράδυνσης της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας. Οι λιανικές τιμές βενζίνης στις ΗΠΑ μάλιστα υποχώρησαν ελαφρώς τον περασμένο μήνα.
Η απόφαση του OPEC+ λαμβάνεται σε ένα πολιτικά εύφλεκτο περιβάλλον, καθώς ο πρόεδρος Τραμπ απειλεί με δευτερογενείς κυρώσεις σε όσους αγοραστές συνεχίζουν να προμηθεύονται ρωσικό πετρέλαιο, εάν δεν επιτευχθεί άμεση κατάπαυση του πυρός στην Ουκρανία.
Μια διακοπή στις εξαγωγές ρωσικού πετρελαίου θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέα άνοδο των τιμών, αντιστρέφοντας τις πιέσεις του Τραμπ για φθηνότερη ενέργεια και παράλληλα δυσχεραίνοντας τα σχέδιά του να πιέσει τη Fed για μείωση των επιτοκίων.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Ρώσος Αντιπρόεδρος Αλεξάντρ Νόβακ πραγματοποίησε σπάνια επίσκεψη στο Ριάντ την Πέμπτη, όπου συναντήθηκε με τον Σαουδάραβα Υπουργό Ενέργειας Πρίγκιπα Αμπντουλαζίζ μπιν Σαλμάν. Η Ρωσία και η Σαουδική Αραβία ηγούνται από κοινού της συμμαχίας OPEC+ από την ίδρυσή της σχεδόν πριν από μια δεκαετία.







Μ.Η.Τ. 242183