Παρά τη σχεδόν καθολική πρόσβαση των ελληνικών επιχειρήσεων στο Διαδίκτυο και την αυξανόμενη ψηφιακή ωριμότητα των καταναλωτών, το ηλεκτρονικό εμπόριο εξακολουθεί να διατηρεί περιορισμένο αποτύπωμα στον συνολικό κύκλο εργασιών της ελληνικής οικονομίας.
Σύμφωνα με στοιχεία της Έρευνας Χρήσης Τεχνολογιών Πληροφόρησης και Ηλεκτρονικού Εμπορίου της ΕΛΣΤΑΤ για το 2025, σε συνδυασμό με ανάλυση του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Πληροφορικής και Επικοινωνιών Ελλάδας (ΣΕΠΕ), οι online πωλήσεις ανήλθαν σε €36,1 δισ., σε σύνολο κύκλου εργασιών €380,8 δισ.
Η αναλογία αυτή μεταφράζεται σε ποσοστό συμμετοχής μόλις 9,5%, γεγονός που καταδεικνύει ότι λιγότερο από ένα στα δέκα ευρώ των επιχειρηματικών εσόδων προέρχεται από ηλεκτρονικά κανάλια πωλήσεων. Το επίπεδο αυτό κρίνεται χαμηλό, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ο βαθμός ψηφιακής διείσδυσης τόσο στις επιχειρήσεις όσο και στα ελληνικά νοικοκυριά.
Υψηλή ψηφιακή υποδομή, περιορισμένη εμπορική αξιοποίηση
Η ψηφιακή υποδομή των ελληνικών επιχειρήσεων εμφανίζεται σχεδόν πλήρως ανεπτυγμένη. Από τις 47.849 επιχειρήσεις που περιλαμβάνει η έρευνα, οι 47.246 (ποσοστό 98,7%) διαθέτουν σύνδεση στο Διαδίκτυο, είτε μέσω σταθερών είτε μέσω κινητών δικτύων. Ωστόσο, η αξιοποίηση αυτής της υποδομής για σκοπούς ηλεκτρονικών πωλήσεων παραμένει περιορισμένη.
Μόλις 12.347 επιχειρήσεις, δηλαδή το 25,8% του συνόλου, δήλωσαν ότι πραγματοποίησαν πωλήσεις μέσω ιστοσελίδων, εξειδικευμένων εφαρμογών ή συστημάτων ηλεκτρονικής ανταλλαγής δεδομένων (EDI) εντός του 2025. Η απόκλιση αυτή αναδεικνύει ένα σαφές διαρθρωτικό χάσμα μεταξύ βασικής ψηφιακής ετοιμότητας και στρατηγικής ενσωμάτωσης του ηλεκτρονικού εμπορίου στα επιχειρηματικά μοντέλα.
Όπως επισημαίνει ο ΣΕΠΕ, η ευρεία υιοθέτηση ψηφιακών τεχνολογιών δεν έχει ακόμη μεταφραστεί σε αναλογική αύξηση των επιχειρηματικών εσόδων, γεγονός που περιορίζει τη συνολική οικονομική συμβολή της ψηφιακής μετάβασης.
Οι καταναλωτές προηγούνται ψηφιακά
Σε αντίθεση με την πλευρά της προσφοράς, η ζήτηση εμφανίζεται σαφώς πιο ώριμη ψηφιακά. Το 2025, το 89,2% του πληθυσμού ηλικίας 16-74 ετών χρησιμοποίησε το Διαδίκτυο, ενώ το 88,7% των νοικοκυριών διέθετε σύνδεση από την κατοικία του. Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι το 69,2% των χρηστών του Διαδικτύου πραγματοποίησε ηλεκτρονικές αγορές ή παραγγελίες αγαθών και υπηρεσιών για προσωπική χρήση κατά το πρώτο τρίμηνο του έτους, ποσοστό αυξημένο κατά 6,4 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με το 2024.
Τα δεδομένα αυτά επιβεβαιώνουν ότι η καταναλωτική συμπεριφορά έχει προσαρμοστεί σε μεγάλο βαθμό στα ψηφιακά κανάλια, δημιουργώντας συνθήκες ώριμης ζήτησης, οι οποίες ωστόσο δεν αξιοποιούνται πλήρως από το σύνολο των επιχειρήσεων.
Έμφαση στις υπηρεσίες το ηλεκτρονικό καλάθι
Η ανάλυση των κατηγοριών ηλεκτρονικών αγορών καταδεικνύει ότι το ηλεκτρονικό εμπόριο στην Ελλάδα παραμένει προσανατολισμένο κυρίως στις υπηρεσίες. Το 61,8% των καταναλωτών που πραγματοποίησαν online αγορές προμηθεύτηκε εισιτήρια για πολιτιστικά ή αθλητικά γεγονότα και δραστηριότητες αναψυχής, ενώ το 53,6% αγόρασε υπηρεσίες μεταφοράς και μετακίνησης, όπως εισιτήρια αστικών συγκοινωνιών, ΚΤΕΛ, ταξί, καθώς και αεροπορικές και ακτοπλοϊκές μεταφορές.
Σημαντική είναι και η συμμετοχή των κρατήσεων καταλυμάτων, καθώς το 40,9% των χρηστών αγόρασε διαδικτυακά υπηρεσίες διαμονής μέσω ξενοδοχείων ή ταξιδιωτικών πρακτορείων. Παράλληλα, αξιοσημείωτο μερίδιο καταλαμβάνουν τα ψηφιακά προϊόντα και το ψηφιακό περιεχόμενο, όπως ηλεκτρονικά βιβλία, παιχνίδια και λογισμικό.
Στις συνδρομητικές υπηρεσίες, το 57% των καταναλωτών δήλωσε ότι αγόρασε ή ανανέωσε συνδρομές streaming για ταινίες, σειρές ή αθλητικά γεγονότα, ενώ οι μουσικές συνδρομές ακολουθούν με ποσοστό 16,5%. Οι ηλεκτρονικές συναλλαγές επεκτείνονται επίσης σε υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, τηλεπικοινωνίες και ασφαλιστικά προϊόντα, με τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες να διατηρούν ακόμη περιορισμένη διείσδυση.
Συνολικά, τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι το βασικό ζητούμενο για την επόμενη φάση της ψηφιακής μετάβασης δεν είναι πλέον η πρόσβαση ή η χρήση του Διαδικτύου, αλλά η ουσιαστική ενσωμάτωση του ηλεκτρονικού εμπορίου στις επιχειρηματικές στρατηγικές, ώστε η ψηφιακή ωριμότητα να μετατραπεί σε μετρήσιμη οικονομική αξία.







Μ.Η.Τ. 242183