Μετά τη μείωση του χρέους στο 153,6% του ΑΕΠ, η ΤτΕ προειδοποιεί: Η βιωσιμότητά του εξαρτάται από τη δημοσιονομική πειθαρχία και τα ευρωπαϊκά κονδύλια
Παρά την εντυπωσιακή μείωση του ελληνικού δημοσίου χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ, η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) χτυπά καμπανάκι για το μέλλον. Στην πρόσφατη Έκθεση Νομισματικής Πολιτικής του διοικητή Γιάννη Στουρνάρα, η λέξη «βιωσιμότητα» εμφανίζεται επανειλημμένα, όχι ως δεδομένο αλλά ως στοίχημα υπό προϋποθέσεις.
Η κεντρική ιδέα είναι σαφής. Χωρίς δημοσιονομική πειθαρχία και χωρίς συνετή αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων, η μείωση του χρέους δεν εγγυάται τίποτα. Η έκθεση προειδοποιεί ότι η δημοσιονομική ευελιξία που επιτρέπει η ρήτρα διαφυγής για τις αμυντικές δαπάνες είναι μεν χρήσιμη, αλλά ενέχει τον κίνδυνο υπερχρέωσης στο μέλλον, αν δεν συνοδευτεί από ρεαλιστική στρατηγική.
«Η πολιτική πρέπει να μείνει προσηλωμένη στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και στη διατηρήσιμη αποκλιμάκωση του χρέους», τονίζεται χαρακτηριστικά.
Η έκθεση δεν αποφεύγει τα δύσκολα: αναγνωρίζει ότι οι αμυντικές δαπάνες είναι αναγκαίες, αλλά επισημαίνει ότι σε χώρες όπως η Ελλάδα, με υψηλό επίπεδο χρέους και περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο, υπάρχει ορατός κίνδυνος οι αυξημένες ανάγκες να καλυφθούν τελικά με αύξηση φόρων. Αυτό, σύμφωνα με την ΤτΕ, μειώνει τον αναπτυξιακό αντίκτυπο της άμυνας στην οικονομία και υπονομεύει τη βιωσιμότητα.
Η εικόνα στο μέτωπο των αριθμών είναι σαφώς θετική:
-
Το δημόσιο χρέος μειώθηκε από το 163,9% του ΑΕΠ το 2023, σε 153,6% το 2024, δηλαδή κατά 10,3 ποσοστιαίες μονάδες, η μεγαλύτερη μείωση στην Ε.Ε.
-
Σε απόλυτους αριθμούς, το χρέος περιορίστηκε κατά 4,2 δισ. ευρώ.
-
Η Ελλάδα πέτυχε το τέταρτο υψηλότερο πρωτογενές πλεόνασμα στην Ε.Ε. και ανήκει στις ελάχιστες χώρες με πλεονασματικό συνολικό προϋπολογισμό.
Για το 2025, η ΤτΕ εκτιμά ότι:
-
Το πρωτογενές πλεόνασμα θα φτάσει στο 3,2% του ΑΕΠ.
-
Το δημόσιο χρέος θα μειωθεί στο 145,4% του ΑΕΠ.
Όμως, ακόμη και αυτά τα αισιόδοξα νούμερα συνοδεύονται από μια διακριτική υπενθύμιση: οι θετικές συγκυρίες (όπως τα χαμηλά επιτόκια και τα ευνοϊκά δάνεια του επίσημου τομέα) δεν είναι αιώνιες. Το «παράθυρο ευκαιρίας» που παρέχουν, προειδοποιεί η ΤτΕ, πρέπει να αξιοποιηθεί τώρα.
Η σημασία του ευρωπαϊκού παράγοντα
Η βιωσιμότητα του χρέους εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις ευρωπαϊκές ισορροπίες και τα συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα. Η ΤτΕ ενθαρρύνει την πλήρη απορρόφηση των ευρωπαϊκών πόρων και τη συνετή χρήση της ευελιξίας που παρέχουν οι δημοσιονομικοί κανόνες της Ε.Ε.
Εξίσου σημαντικό μήνυμα αποτελεί η ανακοίνωση για την πρόωρη αποπληρωμή των διμερών δανείων του πρώτου μνημονίου (GLF), ύψους 31,6 δισ. ευρώ, δέκα χρόνια νωρίτερα από το προγραμματισμένο. Η εξέλιξη αυτή θεωρείται από την ΤτΕ κρίσιμη για την ενίσχυση της πιστοληπτικής αξιολόγησης του ελληνικού Δημοσίου.
Μείωση χωρίς αυταπάτες
Η Τράπεζα της Ελλάδος στέλνει ένα διπλό μήνυμα. Ναι, η πορεία του χρέους είναι θετική. Όμως, η διατήρηση αυτής της πορείας δεν είναι αυτονόητη. Απαιτεί συνέπεια, δημοσιονομική ευθύνη, στρατηγική στη χρήση των ευρωπαϊκών πόρων και διαρκή επαγρύπνηση. Η βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους είναι λιγότερο υπόθεση αριθμών και περισσότερο υπόθεση πολιτικής βούλησης και θεσμικής σοβαρότητας.
Διαβάστε επίσης: «Ανάπτυξη με επιφυλάξεις» προβλέπει η Τράπεζα της Ελλάδος: Σήμα κινδύνου για επενδύσεις και εμπόριο






Μ.Η.Τ. 242183