Το πράσινο παράδοξο της Ευρώπης: Πιο πολλές ΑΠΕ, αλλά και περισσότερα λεφτά στα ορυκτά – Στα 930 δισ.€ το τίμημα για φυσικό αέριο και πετρέλαιο
Την ώρα που η Ευρώπη πανηγυρίζει την εντυπωσιακή επέκταση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ), μια νέα έκθεση της ανεξάρτητης ερευνητικής ομάδας Ember δείχνει πώς η ήπειρος παραμένει «εγκλωβισμένη» στην εξάρτησή της από τα ορυκτά καύσιμα. Συγκεκριμένα, την περίοδο 2021-2024 η Ευρωπαϊκή Ένωση φαίνεται να κατέβαλε περίπου 1,8 τρισ. ευρώ για εισαγωγές πετρελαίου, φυσικού αερίου και άνθρακα, ποσό που συγκεντρώνει τα πρόσθετα 930 δισ. ευρώ σε σχέση με τις προηγούμενες περιόδους.
Η αύξηση αυτή δεν αφορά αποκλειστικά τον όγκο αγοράς αλλά και τις τιμές: το κόστος του φυσικού αερίου έφτασε σε επίπεδα της τάξης των 350 ευρώ/MWh, έναντι μόλις 15 ευρώ/MWh πριν την ενεργειακή κρίση, παραδοχή της εύθραυστης θέσης της αγοράς ενέργειας στην ήπειρο.
Η εξάρτηση της ΕΕ από τα ορυκτά καύσιμα
Παρά τα βήματα μπροστά όσον αφορά τις ΑΠΕ, η Ευρώπη φαίνεται να διατηρεί υψηλό βαθμό εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα. Σύμφωνα με την έκθεση, οι εισαγωγές ορυκτών καυσίμων καλύπτουν το 58% των ενεργειακών αναγκών της ΕΕ, ποσοστό που υπερδιπλασιάζει εκείνο της Κίνας (24%) και είναι πολύ υψηλότερο από της Ινδίας (37%).
Μάλιστα, το 81% των εισαγωγών φυσικού αερίου της ΕΕ προέρχεται μόνο από τέσσερις προμηθευτές, γεγονός που δημιουργεί κενά ασφαλείας και κρατά τη χώρα ευάλωτη σε εξωγενείς πιέσεις. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Κατάρ αναφέρονται ως βασικοί προμηθευτές LNG, με το τελευταίο να συνδέει τις εξαγωγές του με χαμηλότερα κοινωνικά-περιβαλλοντικά πρότυπα, ενισχύοντας το γεωπολιτικό ρίσκο.
Ο «λογαριασμός» των εισαγωγών
Το επιπλέον κόστος των 930 δισ. ευρώ που καταγράφει η έκθεση καλύπτει εν μέρει επενδύσεις δεκαετίας σε δίκτυα και τεχνολογίες που θα μπορούσαν να μειώσουν τις εισαγωγές καυσίμων, αλλά δεν έγιναν στον βαθμό που απαιτείται. Η Ember τονίζει πως ο κίνδυνος δεν είναι απλά οικονομικός· είναι και γεωπολιτικός.
Παρά το γεγονός ότι η ΕΕ έχει μειώσει σημαντικά τις ρωσικές εισαγωγές, δεν έχει αλλάξει θεμελιωδώς το καύσιμο που κυριαρχεί στο ενεργειακό της μείγμα: το φυσικό αέριο παραμένει βασικός παίκτης. Η μελέτη καταλήγει ότι ο εξηλεκτρισμός της θέρμανσης, των μεταφορών και της βιομηχανίας αποτελεί τη μόνη ρεαλιστική διέξοδο από αυτήν την εξάρτηση.
Η πρόοδος των ΑΠΕ
Η ίδια μελέτη αναγνωρίζει τα οφέλη από τη διείσδυση των ΑΠΕ: μεταξύ 2019-2024 η αιολική και η ηλιακή ενέργεια μείωσαν τους λογαριασμούς ενέργειας κατά 59 δισ. ευρώ. Όμως, παρά την πρόοδο, περίπου το 82% των ορυκτών καυσίμων χρησιμοποιείται εκτός ηλεκτρικής παραγωγής, κυρίως σε μεταφορές, θέρμανση και βαριά βιομηχανία.
Σήμερα μόλις το 22% της τελικής ενεργειακής κατανάλωσης της ΕΕ είναι εξηλεκτρισμένο, σημαντικά χαμηλότερο από χώρες όπως η Σουηδία (33%) ή η Νορβηγία (47%). Αυτό το «ανεκμετάλλευτο δυναμικό» σημαίνει ότι παρά την πρόοδο των ΑΠΕ, η μετάβαση είναι μερική και όχι ολοκληρωτική.
Εθνικές, τεχνολογικές και κλαδικές ανισότητες
Η μελέτη εντοπίζει σημαντικές διαφορές μεταξύ χωρών και τομέων: για παράδειγμα, στα νοικοκυριά η εξηλεκτρισμένη κατανάλωση κυμαίνεται από 12% στην Πολωνία έως 48% στη Σουηδία. Στη χαλυβουργία, ένα βιομηχανικό άκρο, η εξηλεκτρισμένη παραγωγή φτάνει το 57% στη Γαλλία, ενώ μόλις 18% στη Σλοβακία.
Αυτές οι ανισότητες αποδίδονται σε διαφορετικά επίπεδα υποδομών, τεχνολογικής πρόσβασης και πολιτικών κινήτρων και η Ember προειδοποιεί ότι αν δεν αντιμετωπιστούν, θα διατηρήσουν την εξάρτηση και τη διπλή κρίση (ενεργειακή + γεωπολιτική).
Η κεντρική σύσταση της έκθεσης είναι σαφής: η Ευρώπη πρέπει να επιταχύνει τις επενδύσεις σε ηλεκτρικά δίκτυα, αποθηκευτικά συστήματα και στην ευρεία εξηλεκτρισμένη χρήση ενέργειας, όχι απλώς για την κλιματική αλλαγή, αλλά για ενεργειακή ασφάλεια και δημοσιονομική σταθερότητα.
«Η κρίση απέδειξε ότι ο εξηλεκτρισμός δεν είναι πολυτέλεια, αλλά ασπίδα απέναντι στην εισαγόμενη εξάρτηση», επισημαίνει η Ember. Μέχρις ότου η Ευρώπη καταφέρει να μειώσει σημαντικά την εξάρτηση από ορυκτά καύσιμα και να επεκτείνει την εξηλεκτρισμένη κατανάλωση σε θέρμανση, μεταφορές και βιομηχανία.







Μ.Η.Τ. 242183