Συγκεκριμένα αναφέρει μεταξύ άλλων ότι επειδή χρήζει ιδιαίτερης αναφοράς και ως επιβαρυντική περίπτωση, η σκόπιμη και συστηματική αγνόηση της Αρχής από τον Διαχειριστή με την επανειλημμένη μη ανταπόκρισή του στα αιτήματα παροχής πληροφοριών επί της υπό κρίση υπόθεσης, με αποτέλεσμα να δυσχεραίνεται και να παρακωλύεται το έργο της Αρχής.
Ιδιαιτέρως, επίσης, επισημαίνεται η απόκρυψη από την Αρχή της διαπίστωσης και καταλογισμού ρευματοκλοπής σε υπόθεση ανοιχτή ενώπιον της ΡΑΑΕΥ με αντικείμενο διερεύνησης έτερα ζητήματα και παράπονα Καταναλωτή.
Η προβληματική αυτή, εν γένει, συμπεριφορά του Διαχειριστή, καλεί για τον συνυπολογισμό, κατά την επιβολή κυρώσεων, της κύρωσης (προστίμου) βάσει του άρθρου 27 του Νόμου, με αναγωγή στην παρ. α) της παρ. 3 του άρθρου 38 ν. 3959/2011, στο οποίο αυτό παραπέμπει (ανωτέρω υπό ΙΙΙ.Δ).
Η κατά γράμμα εφαρμογή της διάταξης καλεί για επιβολή προστίμου με βάση τις ημέρες καθυστέρησης συμμόρφωσης, που εν προκειμένου υπολογίζονται από την 10η εργάσιμη ημέρα μετά το πρώτο αίτημα ενημέρωσης της αρχής μέχρι την έκδοση της παρούσας απόφασης, δεδομένου ότι, όπως αναφέρθηκε ο Διαχειριστής δεν απάντησε μέχρι σήμερα σε καμία από τις οχλήσεις της Αρχής για ενημέρωση και παροχή πληροφοριών.
Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, η ΡΑΑΕΥ θεωρεί εύλογη και επιεική την επιβολή στη ΔΕΔΔΗΕ Α.Ε. προστίμου ανερχόμενου στο ποσό των 80.000 € καταλογιζόμενου στην παράβαση του άρθρου 27 του Νόμου, όπως αυτή αντιμετωπίζεται με τις κυρώσεις της παρ. 2 του άρθρου αυτού.
Επιπλέον η ΡΑΑΕΥ πρόσθεσε επιπλέον 40.000 ευρώ ως πρόστιμο για την υπόθεση ρευματοκλοπής με τον ενδιαφερόμενο καταναλωτή να προσέρχεται στην ΡΑΑΕΥ με τη μορφή διαμαρτυρίας.
Να σημειωθεί ότι ο αντιπρόεδρος της ΡΑΑΕΥ ήταν επιεικής έναντι του ΔΕΔΔΗΕ, καθώς είχε το δικαίωμα βάση το νόμου να επιβάλει το ποσό του 1 εκατ. ευρώ, δεδομένου ότι ο νόμος προβλέπει πρόστιμο έως το 10% του συνολικού τζίρου της εταιρείας.






Μ.Η.Τ. 242183