Το χάσμα παραγωγικότητας με την Ε.Ε. ως βασικός καθοριστικός παράγοντας
Αγορά εργασίας 2026: Πού κινούνται οι υψηλότεροι μισθοί και ποια επαγγέλματα ζητούν οι επιχειρήσεις
Οι μισθοί στην Ελλάδα παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα κυρίως επειδή η παραγωγικότητα της εργασίας δεν έχει καταφέρει να συγκλίνει με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΟΒΕ και του ΣΕΒ, η Ελλάδα εμφανίζει διαχρονική υστέρηση στην παραγωγικότητα, γεγονός που λειτουργεί άμεσα ως περιορισμός για την αύξηση των αμοιβών.
Η παραγωγικότητα του μέσου Έλληνα εργαζόμενου το 2024 βρίσκεται περίπου στα ίδια επίπεδα με το 2000 και σε πραγματικούς όρους καταγράφεται ακόμη και μικρή μείωση της τάξης του 3%. Σε απόλυτα μεγέθη, η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο αυξήθηκε από περίπου 35.000 ευρώ το 2000 σε 42.000 ευρώ το 2008, αλλά στη συνέχεια υποχώρησε ξανά κοντά στις 34.000 ευρώ το 2024. Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι μετά από μια περίοδο σύγκλισης, η ελληνική οικονομία επέστρεψε σε στασιμότητα και σχετική υποχώρηση.
Σε σύγκριση με την Ευρωπαϊκή Ένωση, η απόσταση παραμένει σημαντική
Η Ελλάδα από περίπου το 67% του ευρωπαϊκού μέσου όρου το 2000 έφτασε στο 73% το 2008, όμως στη συνέχεια η τάση αντιστράφηκε και σήμερα η παραγωγικότητα έχει υποχωρήσει περίπου στο 54% του μέσου όρου της ΕΕ. Την ίδια περίοδο, η Ευρώπη συνέχισε να αυξάνει την παραγωγικότητά της, με αποτέλεσμα το χάσμα να διευρύνεται.
Η σχέση μισθών και παραγωγικότητας αποδεικνύεται σχεδόν απόλυτα παράλληλη. Όταν η παραγωγικότητα αυξανόταν, αυξάνονταν αντίστοιχα και οι μισθοί, ενώ στις περιόδους υποχώρησης της παραγωγικότητας σημειώνονταν μειώσεις και στις αμοιβές. Αυτό σημαίνει ότι το επίπεδο των μισθών δεν καθορίζεται αυθαίρετα αλλά συνδέεται άμεσα με την πραγματική παραγωγική δυνατότητα της οικονομίας.
Η εικόνα διαφοροποιείται σημαντικά ανά κλάδο
Υπάρχουν τομείς με ιδιαίτερα χαμηλή παραγωγικότητα, όπως η αγροτική παραγωγή, η εστίαση, οι κατασκευές, το εμπόριο και ορισμένες υπηρεσίες, όπου η προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο παραμένει χαμηλή σε σχέση με τον μέσο όρο της οικονομίας. Αντίθετα, υψηλότερη παραγωγικότητα εμφανίζουν κλάδοι όπως οι μεταφορές, η πληροφορική, η βιομηχανία και κυρίως ο χρηματοοικονομικός τομέας, ο οποίος ξεχωρίζει με επίπεδα που πλησιάζουν ή και ξεπερνούν τα ευρωπαϊκά δεδομένα.
Σε ευρωπαϊκή σύγκριση, αρκετοί ελληνικοί κλάδοι κατατάσσονται στις τελευταίες θέσεις, γεγονός που επιβαρύνει συνολικά τον μέσο όρο της χώρας. Μόνο λίγοι τομείς καταφέρνουν να προσεγγίσουν τις ευρωπαϊκές επιδόσεις, ενώ η πλειονότητα παραμένει σημαντικά πίσω.
Τέλος, η περίοδος της υψηλής ανάπτυξης πριν την κρίση χαρακτηρίστηκε από έντονο δανεισμό, ο οποίος ενίσχυσε προσωρινά την κατανάλωση, το ΑΕΠ και τους μισθούς. Μετά το 2008, η προσαρμογή στο υψηλό χρέος και η παρατεταμένη οικονομική κρίση οδήγησαν σε απώλεια δυναμικής και σε στασιμότητα της παραγωγικότητας.
Συμπερασματικά, η χαμηλή παραγωγικότητα αποτελεί τον βασικό λόγο για τους χαμηλούς μισθούς στην Ελλάδα. Χωρίς αύξηση της παραγωγικής ικανότητας της οικονομίας μέσω επενδύσεων, τεχνολογικής αναβάθμισης και βελτίωσης των δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού, η ουσιαστική σύγκλιση των αμοιβών με την Ευρώπη παραμένει δύσκολη.







Μ.Η.Τ. 242183