Τα πρόσφατα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος αποτυπώνουν μια σαφή υποχώρηση των καταθέσεων του ιδιωτικού τομέα, με τον Οκτώβριο του 2025 οι συνολικές καταθέσεις να μειώνονται κατά 2,12 δισ. ευρώ, έναντι αύξησης 2,64 δισ. τον Σεπτέμβριο. Κεντρικό ρόλο σε αυτήν τη διαρροή ρευστότητας διαδραματίζει ο επιχειρηματικός τομέας, καθώς οι καταθέσεις των επιχειρήσεων μειώθηκαν κατά 2,35 δισ. ευρώ, στοιχείο που υπογραμμίζει την ένταση της εκροής κεφαλαίων.
Τράπεζα της Ελλάδος: Εκτοξεύονται 7,7% οι τιμές διαμερισμάτων στο γ’ τρίμηνο
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται άμεσα με τις αυξημένες λειτουργικές πιέσεις που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις: υψηλό κόστος ενέργειας, αυξημένες μισθολογικές και ενοικιακές επιβαρύνσεις και η κόπωση της καταναλωτικής ζήτησης. Σύμφωνα με ανάλυση του Ινστιτούτου της ΕΣΕΕ, η υστέρηση τζίρου για το εννεάμηνο 2025 σε σχέση με το 2024 ξεπερνά τα 750 εκατ. ευρώ. Για την αναπλήρωση αυτής της απώλειας, το λιανεμπόριο θα χρειαστεί άμεση αύξηση πωλήσεων κατά τουλάχιστον 10% στο τελευταίο τρίμηνο, κάτι ιδιαίτερα δύσκολο υπό τις τρέχουσες συνθήκες.
Στην πράξη, η ρευστότητα των επιχειρήσεων χρησιμοποιείται κυρίως για την κάλυψη βασικών λειτουργικών αναγκών—μισθοδοσία, προμηθευτές, φόροι, λογαριασμοί—με αποτέλεσμα τα ταμειακά διαθέσιμα να συρρικνώνονται αντί να συσσωρεύονται ως ασφαλιστικό «μαξιλάρι».
Παράλληλα, παρατηρείται σημαντική μετατόπιση των κεφαλαίων εκτός τραπεζικών καταθέσεων. Η πτώση των επιτοκίων προθεσμιακών καταθέσεων και η διατήρηση σχεδόν μηδενικών αποδόσεων στις τρεχούμενες καταθέσεις οδηγεί τις επιχειρήσεις σε εναλλακτικά χρηματοοικονομικά προϊόντα υψηλότερης απόδοσης και ευελιξίας, όπως βραχυπρόθεσμα εταιρικά ομόλογα, repos, αμοιβαία κεφάλαια διαχείρισης διαθεσίμων και κρατικά χρεόγραφα. Η τάση αυτή ενισχύεται από τη μείωση των επιτοκίων της ΕΚΤ, που καθιστά τα παραδοσιακά τραπεζικά προϊόντα σταθερής απόδοσης λιγότερο ελκυστικά.
Η μετακίνηση ρευστότητας προς μη τραπεζικά προϊόντα αποτελεί διεθνές φαινόμενο, αλλά στη χώρα μας αποκτά μεγαλύτερη ένταση λόγω της ταυτόχρονης πίεσης από μειωμένο τζίρο και αυξημένο λειτουργικό κόστος. Συνεπώς, η συρρίκνωση των τραπεζικών καταθέσεων των επιχειρήσεων αντανακλά όχι μόνο τη χρηματοδότηση καθημερινών αναγκών, αλλά και στρατηγική ανακατεύθυνση κεφαλαίων προς πιο αποδοτικά εργαλεία για την αντιμετώπιση της τρέχουσας οικονομικής πίεσης.







Μ.Η.Τ. 242183