Ανοικτή παραμένει η αντιπαράθεση κυβέρνησης και Τοπικής Αυτοδιοίκησης γύρω από τα μπόνους δόμησης του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού (ΝΟΚ), παρά την έκδοση νέου ρυθμιστικού πλαισίου από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
Η σύγκρουση εξελίσσεται σε δύο παράλληλα θεσμικά και δικαστικά μέτωπα: Aφενός στο καθεστώς των κινήτρων πρόσθετης δόμησης και στη μεταχείριση οικοδομικών αδειών που ακυρώθηκαν ή αμφισβητούνται, αφετέρου στη σχεδιαζόμενη μεταφορά των Υπηρεσιών Δόμησης (ΥΔΟΜ) από τους δήμους στο Ελληνικό Κτηματολόγιο.
Δήμοι vs ΝΟΚ: Προσφυγή στο ΣτΕ για να μπλοκάρουν τα μπόνους δόμησης
Στο σκέλος των μπόνους δόμησης, σειρά δήμων επανέρχεται στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Ήδη έχουν κατατεθεί αιτήσεις ακύρωσης από τους δήμους Αλίμου, Φιλοθέης–Ψυχικού και Κηφισιάς, ενώ εντός των επόμενων ημερών αναμένεται να ακολουθήσουν νέες προσφυγές από τον Δήμο Βάρης–Βούλας–Βουλιαγμένης, κατοίκους της περιοχής και, σύμφωνα με πληροφορίες, από τον Δήμο Αμαρουσίου. Αντικείμενο των προσφυγών αποτελεί το νέο Προεδρικό Διάταγμα του ΥΠΕΝ, με το οποίο επιχειρείται ρύθμιση της μεταβατικής κατάστασης οικοδομικών αδειών που αξιοποίησαν τα κίνητρα του ΝΟΚ.
Το επίμαχο ΠΔ προβλέπει ότι άδειες οι οποίες έχουν ακυρωθεί ή εκκρεμούν ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων δύνανται, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να διατηρηθούν σε ισχύ, εφόσον οι οικοδομικές εργασίες είχαν εκκινήσει έως τις 11 Δεκεμβρίου 2025. Η διατήρηση της ισχύος τους συνδέεται με την καταβολή χρηματικού ποσού ως «περιβαλλοντικού ισοδύναμου», το ύψος και τα κριτήρια υπολογισμού του οποίου καθορίζονται στο ίδιο το διάταγμα.
Οι προσφεύγοντες δήμοι υποστηρίζουν ότι η ρύθμιση εγείρει ζητήματα συνταγματικότητας, καθώς –κατά την άποψή τους– επιχειρείται έμμεση αναδρομική νομιμοποίηση αδειών που έχουν κριθεί προβληματικές ή έχουν ακυρωθεί δικαστικά, με αντάλλαγμα οικονομική συμμόρφωση. Από την πλευρά της κυβέρνησης, αντιτείνεται ότι πρόκειται για αναγκαία μεταβατική παρέμβαση σε ένα περιβάλλον ώριμων πραγματικών καταστάσεων, με στόχο τη διασφάλιση της ασφάλειας δικαίου και την αποφυγή εκτεταμένων εμπλοκών στην οικοδομική δραστηριότητα.
Παράλληλα, στο δεύτερο μέτωπο, η κυβερνητική επιλογή μεταφοράς των ΥΔΟΜ στο Ελληνικό Κτηματολόγιο προκαλεί έντονες αντιδράσεις στην Αυτοδιοίκηση. Το ΥΠΕΝ παρουσιάζει τη μεταρρύθμιση ως μέτρο ενίσχυσης της διαφάνειας, επιτάχυνσης των διαδικασιών και ενιαίας εφαρμογής της πολεοδομικής νομοθεσίας. Οι δήμοι, ωστόσο, κάνουν λόγο για ουσιαστική αποστέρηση κρίσιμης αρμοδιότητας και για περαιτέρω συγκέντρωση εξουσιών στο κεντρικό κράτος, με άμεσες επιπτώσεις στον τοπικό έλεγχο της δόμησης και του αστικού σχεδιασμού.
Σύμφωνα με τον κυβερνητικό σχεδιασμό, από την 1η Ιουλίου προβλέπεται η λειτουργία πολεοδομιών «πιλότων» υπό το Κτηματολόγιο, ενώ η πλήρης μεταφορά όλων των ΥΔΟΜ αναμένεται να ολοκληρωθεί έως τον Ιανουάριο του 2027. Η Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδας (ΚΕΔΕ), σε συντονισμό με τους δήμους, προετοιμάζει αίτηση ακύρωσης στο ΣτΕ εντός του επόμενου πενταμήνου, είτε με στόχο τη διατήρηση των ΥΔΟΜ στην αρμοδιότητα της Αυτοδιοίκησης είτε, εναλλακτικά, τη θέσπιση σαφών θεσμικών και νομοθετικών εγγυήσεων για τη μεταφορά.
Αυτοδιοικητικοί παράγοντες επισημαίνουν ότι, παρά τις χρόνιες ελλείψεις προσωπικού και πόρων, οι δήμοι ανέπτυξαν λειτουργικές πολεοδομικές υπηρεσίες και ασκούσαν ουσιαστικό έλεγχο στη δόμηση, υποστηρίζοντας ότι η απάντηση στα προβλήματα είναι η ενίσχυση και στελέχωση των ΥΔΟΜ και όχι η αφαίρεση αρμοδιοτήτων. Παράλληλα, επικαλούνται τη συνταγματικά κατοχυρωμένη διοικητική αυτοτέλεια των ΟΤΑ και το τεκμήριο αρμοδιότητας για τις τοπικές υποθέσεις.
Η κυβέρνηση εντάσσει τη μεταρρύθμιση σε ευρύτερο σχέδιο ψηφιακής ενοποίησης των διαδικασιών που αφορούν το ακίνητο, με λογική «one stop shop». Στην πράξη, ωστόσο, τα δύο μέτωπα αλληλοεπιδρούν, καθώς ο έλεγχος και η έκδοση οικοδομικών αδειών συνδέονται άμεσα με το καθεστώς των μπόνους δόμησης.
Η αντιπαράθεση, έτσι, υπερβαίνει τις τεχνικές πτυχές και μετατρέπεται σε κεντρικό θεσμικό ερώτημα για το ποιος ασκεί τον αποφασιστικό λόγο στον πολεοδομικό σχεδιασμό και στον έλεγχο της δόμησης. Με δεδομένες τις νέες προσφυγές και τα επόμενα βήματα της ΚΕΔΕ, η τελική απάντηση μετατίθεται εκ νέου στο πεδίο της δικαστικής κρίσης.







Μ.Η.Τ. 242183