Η προοπτική κατάθεσης νομοσχεδίου στην Τουρκική Εθνοσυνέλευση, το οποίο θα ενσωματώνει το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», αποκαλύπτει – σύμφωνα με αναλυτές – τη μακροπρόθεσμη στρατηγική της Άγκυρας για την Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο.
Όπως επισημαίνουν, πρόκειται για τη θεσμική αποτύπωση μιας πολιτικής που ακολουθεί το τουρκικό κράτος εδώ και δεκαετίες, ανεξαρτήτως κυβερνήσεων και ιδεολογικών διαφορών.
To uπό διαμόρφωση νομοθέτημα δεν αποτελεί μια συγκυριακή επιλογή της σημερινής τουρκικής ηγεσίας, αλλά εντάσσεται σε ένα ευρύτερο ιστορικό και ιδεολογικό πλαίσιο, το οποίο διαμορφώθηκε ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα.
«Ένας αξιακός κώδικας που παραμένει αμετάβλητος»
Η τουρκική στρατηγική στηρίζεται σε έναν σταθερό ιδεολογικό πυρήνα, ο οποίος παραμένει αναλλοίωτος από την ίδρυση της σύγχρονης Τουρκικής Δημοκρατίας έως σήμερα.
Η Τουρκία ακολουθεί απαρέγκλιτα έναν συγκεκριμένο αξιακό κώδικα. Ο Ερντογάν και ο – κατά τον ίδιο – διορισμένος με δικαστική απόφαση πρόεδρος του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος, Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου, έχουν κοινό αφήγημα. Είναι σαν να ακούς μία φωνή, παρότι πρόκειται για δύο διαφορετικούς ανθρώπους, δύο διαφορετικές ιδεολογίες και δύο διαφορετικά κόμματα», υπογραμμίζει.
Kοινός παρονομαστής τόσο του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν όσο και της τουρκικής αντιπολίτευσης είναι η πεποίθηση ότι η Τουρκία υπήρξε ιστορικά αδικημένη από τις διεθνείς συνθήκες που διαμόρφωσαν τη μεταοθωμανική τάξη πραγμάτων.
Ενώ οι ιδεολογικές ρίζες αυτής της προσέγγισης εντοπίζονται στις «Αρχές του Τουρκισμού» του Ζιγιά Γκιοκάλπ, στο «Nutuk» («Μεγάλος Λόγος») του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, στο «Mîsâk-ı Millî» («Εθνικός Όρκος») και στην απόρρητη έκθεση του Νιχάτ Ερίμ, τα οποία, διαμόρφωσαν τη γεωπολιτική σκέψη της Τουρκίας.
Η βασική θέση αυτής της αντίληψης είναι ότι η χώρα οφείλει να ανακτήσει δικαιώματα, επιρροή και γεωπολιτικό χώρο που θεωρεί πως απώλεσε μέσω των διεθνών συνθηκών.
Η «έρπουσα δικαιοδοσία» ως εργαλείο διεκδικήσεων
Κεντρική έννοια στην τουρκική προσέγγιση, αποτελεί η λεγόμενη «έρπουσα δικαιοδοσία» (creeping jurisdiction).
Πρόκειται για όρο του Διεθνούς Δικαίου που περιγράφει τη σταδιακή και μονομερή επέκταση των κυριαρχικών δικαιωμάτων ή της δικαιοδοσίας ενός κράτους πέραν των ορίων που προβλέπει η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS).
Η Τουρκία λειτουργεί επί δεκαετίες σε ορισμένες περιοχές σαν να διαθέτει αρμοδιότητες και δικαιώματα που δεν αναγνωρίζονται διεθνώς, δημιουργώντας σταδιακά πολιτικά και επιχειρησιακά τετελεσμένα. Το υπό συζήτηση νομοσχέδιο για τη «Γαλάζια Πατρίδα» έρχεται, να μετατρέψει αυτές τις διεκδικήσεις από πολιτικό δόγμα σε εσωτερικό νόμο.
Έχει έρθει το πλήρωμα του χρόνου, μετά από εκατό χρόνια δόγματος και της λογικής ότι είμαστε αδικημένοι και δικαιούμαστε κάποια πράγματα, να τα νομοθετήσουμε.
Οι πάγιες τουρκικές διεκδικήσεις
Οι σημερινές διεκδικήσεις της Άγκυρας δεν διαφέρουν ουσιαστικά από εκείνες που καταγράφονταν ήδη μετά τη Συνθήκη της Λωζάνης και κυρίως από την περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Η τουρκική στρατηγική διαχρονικά περιλάμβανε ενδιαφέρον για περιοχές όπως η Βόρεια Συρία, το Βόρειο Ιράκ, η Κύπρος, η Ανατολική Μεσόγειος, το Ανατολικό Αιγαίο, η Δυτική Θράκη και ο Καύκασος.
Πρόκειται για τις πάγιες διεκδικήσεις της Τουρκίας, τις οποίες αναφέρει και ο Frank Weber στο γνωστό βιβλίο του “Επιτήδειος Ουδέτερος”.
Η πολιτική της «Γαλάζιας Πατρίδας» δεν συνιστά αλλαγή στρατηγικής, αλλά επικαιροποίηση και συστηματοποίηση παλαιότερων γεωπολιτικών στόχων.
Πώς μπορεί να αντιδράσει η Ελλάδα
Σε καθαρά νομικό επίπεδο, δεν μπορεί να υπάρξει προληπτική αντιμετώπιση ενός μέτρου που δεν έχει ακόμη θεσπιστεί ή εφαρμοστεί.
Η νομική αντίκρουση ενεργοποιείται όταν διατυπωθεί επίσημα μία αξίωση ή ληφθεί συγκεκριμένη ενέργεια από την άλλη πλευρά.
Ωστόσο, σε διπλωματικό επίπεδο υπάρχουν σημαντικά περιθώρια πρωτοβουλιών.
Πρώτο πεδίο ενεργοποίησης αποτελεί η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Αθήνα μπορεί να επιδιώξει την προληπτική διαμόρφωση ενός ευρωπαϊκού πλαισίου αντίδρασης, το οποίο θα καθιστά σαφές ότι η εφαρμογή νομοθετικών ρυθμίσεων που αμφισβητούν ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα συνιστά ταυτόχρονα αμφισβήτηση ευρωπαϊκής κυριαρχίας.
Η προσέγγιση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς τα ελληνικά εξωτερικά σύνορα αποτελούν και εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Δεύτερος άξονας αφορά τη διεθνοποίηση του ζητήματος μέσω διεθνών οργανισμών.
Η Ελλάδα μπορεί να ενημερώσει τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών για ενδεχόμενες κινήσεις που θα θίγουν την ελληνική κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα, εφόσον η Τουρκία αναφέρεται και σε ελληνικά νησιά.
Παράλληλα, η Αθήνα θα μπορούσε να θέσει το θέμα και στο ΝΑΤΟ, επισημαίνοντας ότι μία χώρα-μέλος της Συμμαχίας επιχειρεί να θεσμοθετήσει μονομερείς διεκδικήσεις εις βάρος άλλου κράτους-μέλους.
Η θέση της ελληνικής κυβέρνησης
Σαφές μήνυμα προς την Άγκυρα έστειλε και ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, ο οποίος επανέλαβε ότι η Ελλάδα επιδιώκει μια λειτουργική και εποικοδομητική σχέση με την Τουρκία, χωρίς όμως να παρεκκλίνει από τις πάγιες εθνικές της θέσεις.
Η Αθήνα έχει επανειλημμένως τονίσει ότι η μοναδική αναγνωρισμένη διαφορά μεταξύ των δύο χωρών αφορά την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, ενώ οποιεσδήποτε άλλες τουρκικές αξιώσεις χαρακτηρίζονται αβάσιμες και μη αποδεκτές.
Το επόμενο διάστημα αναμένεται να δείξει εάν οι τουρκικές εξαγγελίες θα μετατραπούν σε συγκεκριμένη νομοθετική πρωτοβουλία και ποια θα είναι η αντίδραση της διεθνούς κοινότητας απέναντι σε αυτή την εξέλιξη.







Μ.Η.Τ. 242183