Ψήφος εμπιστοσύνης
Η νέα μέτρηση της GPO για το Star έδωσε και μια άτυπη «ψήφο εμπιστοσύνης» στους υπουργούς της κυβέρνησης Μητσοτάκη, φέρνοντας στο προσκήνιο εκείνους που κατορθώνουν να διατηρούν υψηλή απήχηση στην κοινή γνώμη – αλλά και όσους δυσκολεύονται να πείσουν. Σύμφωνα με την έρευνα, πρώτος στις προτιμήσεις των πολιτών αναδεικνύεται ο Νίκος Δένδιας, με σταθερή αποδοχή που υπερβαίνει τις κομματικές γραμμές. Θεωρείται άλλωστε από πολλούς ως «υπερκομματικός παίκτης» με διπλωματικό βάθος και μετριοπαθές προφίλ. Ακολουθούν ο Κυριάκος Πιερρακάκης, που διατηρεί ισχυρό θετικό πρόσημο λόγω του τεχνοκρατικού του προφίλ και της συμβολής του στον ψηφιακό μετασχηματισμό του κράτους, καθώς και η Όλγα Κεφαλογιάννη, η οποία επανήλθε με θετικό αποτύπωμα στον τουρισμό και το πολιτιστικό της προφίλ ενισχύεται σταθερά.
Τελευταίος και καταϊδρωμένος
Στη δεκάδα βρίσκονται επίσης οι Κωστής Χατζηδάκης και Παύλος Μαρινάκης – ο πρώτος λόγω εμπειρίας και χαμηλών τόνων, ο δεύτερος ως νέο, φρέσκο πρόσωπο με έντονη παρουσία στα media. Ξεχωρίζουν επίσης οι Τάκης Θεοδωρικάκος και Δόμνα Μιχαηλίδου, που διατηρούν σημαντικό «πέρασμα» στον κεντροδεξιό χώρο, αλλά και οι Μιχάλης Χρυσοχοΐδης και Σοφία Ζαχαράκη, με πιο τεχνοκρατικά χαρακτηριστικά. Ωστόσο, ενδιαφέρον έχει και η «ουρά» της λίστας, όπου ο Κώστας Τσιάρας εμφανίζεται τελευταίος σε αποδοχή. Κάποιοι στο κυβερνητικό στρατόπεδο εκτιμούν ότι δεν έχει καταφέρει να «σηκώσει» πολιτικά το χαρτοφυλάκιό του, ενώ άλλοι αποδίδουν την πτώση στην έλλειψη δημόσιας παρουσίας και ενασχόλησης με τα λεγόμενα «χαμηλά» θέματα της καθημερινότητας. Υπάρχει και η υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ. Όπως μου σχολίαζε χαρακτηριστικά έμπειρο στέλεχος του κόμματος, «οι αριθμοί δεν λένε ψέματα και ο κομματικός μηχανισμός που ήδη παίρνει θέση για το αύριο…».
Απουσία της σκληρής Δεξιάς
Κρατάω επίσης πως δύο προβεβλημένα στελέχη, με δυνατό κομματικό μηχανισμό, δεν βρίσκονται σε καλή θέση: ο λόγος για τον Άδωνι Γεωργιάδη και τον Μάκη Βορίδη. Και οι δύο τους αποτελούν για χρόνια σημαίνοντες εκπρόσωποι της σκληρής δεξιάς πτέρυγας της Νέα Δημοκρατίας – με έντονη παρουσία στα ΜΜΕ, ξεκάθαρες ιδεολογικές θέσεις και υψηλότατη αναγνωρισιμότητα. Ωστόσο, η φθορά τους στην κοινή γνώμη, έχει αρχίσει να γίνεται εμφανής. Σημεία των καιρών είναι. Θα επανέλθουν οι δύο υπουργοί. Θυμηθείτε το.
Το παρασκήνιο των συναντήσεων
Πριν 24 ώρες, το ενδεχόμενο διακοπής των τελικών της Basket League ήταν πιο ρεαλιστικό από ποτέ. Το χάσμα μεταξύ Ολυμπιακού και Παναθηναϊκού έμοιαζε αγεφύρωτο, ενώ οι τόνοι ανέβαιναν όχι στις εξέδρες, αλλά στα γραφεία των διοικήσεων. Στο παρασκήνιο, όμως, η κυβέρνηση είχε ήδη ξεκινήσει διακριτικές αλλά εντατικές παρεμβάσεις, σε μια προσπάθεια να αποτραπεί η πλήρης εκτροπή. Ο Γιάννης Βρούτσης, σε ανοιχτή επικοινωνία με το Μέγαρο Μαξίμου, επιχείρησε αρχικά κοινή συνάντηση με τους «αιώνιους». Όταν αυτό αποδείχθηκε ανέφικτο λόγω του τεταμένου κλίματος, άλλαξε στρατηγική: προχώρησε σε διαδοχικές, κατ’ ιδίαν συναντήσεις με τους εκπροσώπους των δύο πλευρών, παρουσία και του Γιώργου Μυλωνάκη – στενού συνεργάτη του πρωθυπουργού.
Παιχνίδι εντυπώσεων
Οι συζητήσεις στο υπουργείο Αθλητισμού, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, οδήγησαν τελικά σε συμφωνία για κοινές δηλώσεις και σαφείς δεσμεύσεις, ανοίγοντας τον δρόμο για τη συνέχιση των τελικών με εγγυήσεις για την ομαλή διεξαγωγή τους. Παρά τις αρχικές επικρίσεις για «άγαρμπους» χειρισμούς, κυβερνητικά στελέχη κάνουν λόγο για μια καλά υπολογισμένη μεσολάβηση που απέτρεψε την κρίση την ύστατη στιγμή. Βέβαια, κερδήθηκε μια μάχη, όχι ο πόλεμος. Υπάρχουν σίγουρα ακόμη δύο παιχνίδια – ένα στην έδρα κάθε αντιπάλου και ανάλογα με την έκβαση, ίσως χρειαστεί και τρίτο. Πλέον, και το ξέρουν καλά αυτό στο υπουργείο, το παιχνίδι δεν θα κριθεί μόνο μέσα στο παρκέ. Είναι μια αναμέτρηση εντυπώσεων μεταξύ Δημήτρη Γιαννακόπουλου και αδελφών Αγγελόπουλων.
Μια δίκη που πολιτικά, πέρασε αθόρυβα
Η δίκη για την τραγωδία στο Μάτι, με τους 107 νεκρούς και τις δεκάδες κατεστραμμένες ζωές, πέρασε εντελώς αθόρυβα από το πολιτικό προσκήνιο. Παρά τη βαρύτητα της υπόθεσης, τη συγκλονιστική αποτυχία του κρατικού μηχανισμού και τα τραγικά αποτελέσματα εκείνου του απογεύματος του Ιουλίου του 2018, δεν υπήρξε καμία αξιοσημείωτη κινητοποίηση από την πλευρά των κομμάτων της αντιπολίτευσης. Αντίθετα, στην τραγωδία των Τεμπών, η κοινωνία δικαίως εξεγέρθηκε, και τα πολιτικά κόμματα -με μπροστάρηδες τους εκπροσώπους της αντιπολίτευσης- συμμετείχαν ενεργά στον δημόσιο διάλογο, στις πορείες, στις δηλώσεις, στη συλλογική οργή. Το δυστύχημα στα Τέμπη πολιτικοποιήθηκε από την πρώτη στιγμή. Υπήρξαν αιτήματα για λογοδοσία, για διαφάνεια, για αλλαγή νοοτροπίας στο κράτος. Ήταν μια κοινωνική και πολιτική έκρηξη που ξύπνησε συνειδήσεις. Και η αλήθεια είναι πως η αλήθεια για εκείνη τη βραδιά αλλά και τι ακολούθησε, θα πρέπει να βγει στο φως.
Πού ήταν η αντιπολίτευση;
Γιατί λοιπόν δεν συνέβη το ίδιο με το Μάτι; Είναι εύλογο να υποθέσει κανείς πως για τον ΣΥΡΙΖΑ, που τότε βρισκόταν στην εξουσία, η αποστασιοποίηση από κινητοποιήσεις έχει λογική. Είναι δύσκολο να αξιώσεις ευθύνες από μια τραγωδία για την οποία φέρεις, άμεσα ή έμμεσα, πολιτικό βάρος. Το ίδιο ισχύει και για τη Νέα Αριστερά. Όμως τα υπόλοιπα κόμματα; Πού ήταν η φωνή της αντιπολίτευσης; Πού ήταν η ευαισθητοποίηση απέναντι σε μια υπόθεση που δεν αφορά μόνο το παρελθόν, αλλά το παρόν και το μέλλον της κρατικής επάρκειας και ευθύνης; Η ανομοιογένεια στη δημόσια και πολιτική αντίδραση ενδεχομένως να φανερώνει κάτι βαθύτερο: ότι, ενίοτε, η τραγωδία δεν μετατρέπεται σε αντικείμενο πολιτικού στοχασμού με βάση την αξία των γεγονότων, αλλά με βάση τη συγκυρία, την κομματική σκοπιμότητα ή τη δυνατότητα πολιτικής αξιοποίησης. Κι αυτό, όσο κι αν προσπαθεί κανείς να το εξηγήσει ή να το παρακάμψει, υπονομεύει τελικά την πίστη των πολιτών στην ισότητα της ευαισθησίας, στην ισονομία της πολιτικής συνείδησης.







Μ.Η.Τ. 242183