Μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ δείχνει ποιες αγορές ξοδεύουν περισσότερο στην Ελλάδα – Οι κερδισμένοι, οι χαμένοι και η στροφή στον ποιοτικό ταξιδιώτη
Νέα δεδομένα διαμορφώνονται στον ελληνικό τουρισμό, καθώς οι βασικές αγορές εισερχόμενου τουρισμού εμφανίζουν διαφορετικές συμπεριφορές σε επίπεδο δαπάνης, διάρκειας παραμονής και επιλογής προορισμών.
Η νέα μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ με τίτλο «Ποιος πάει πού; Πόσο μένει; Πόσα ξοδεύει;» αποτυπώνει τις μεγάλες αλλαγές που εξελίσσονται στον τουριστικό χάρτη της χώρας, αναλύοντας τα στοιχεία για τις έξι σημαντικότερες αγορές βάσει εσόδων: Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ηνωμένες Πολιτείες, Ιταλία, Γαλλία και Ολλανδία.
Το μεγάλο συμπέρασμα είναι ότι οι Βρετανοί και οι Αμερικανοί εξελίσσονται στους πιο ισχυρούς «παίκτες» της τουριστικής οικονομίας, καθώς συνδυάζουν υψηλή δαπάνη με αυξημένες εισπράξεις για την ελληνική αγορά.
Το Ηνωμένο Βασίλειο κατέγραψε την καλύτερη συνολικά επίδοση του 2025, με αύξηση 18% στις εισπράξεις και μέση δαπάνη ανά επίσκεψη στα 729 ευρώ… την υψηλότερη μεταξύ όλων των βασικών αγορών.
Παράλληλα, οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν την υψηλότερη δαπάνη ανά διανυκτέρευση, στα 121 ευρώ, ενώ η μέση δαπάνη ανά ταξίδι φτάνει τα 715 ευρώ. Η αμερικανική αγορά συνεχίζει να στηρίζει κυρίως την Αθήνα και το Νότιο Αιγαίο, ενισχύοντας τον premium χαρακτήρα των συγκεκριμένων προορισμών.
Οι Γερμανοί ταξιδεύουν περισσότερο αλλά ξοδεύουν λιγότερα
Αντίθετη εικόνα παρουσιάζει η Γερμανία, η οποία εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες τουριστικές αγορές για την Ελλάδα σε επίπεδο όγκου, αλλά με σαφή υποχώρηση στη δαπάνη.
Παρά την αύξηση 11% στις επισκέψεις, η μέση δαπάνη ανά ταξίδι μειώθηκε κατά 8,2%, ενώ περιορίστηκε και η διάρκεια παραμονής. Η γερμανική αγορά εμφανίζει πλέον τη χαμηλότερη δαπάνη ανά διανυκτέρευση μεταξύ των έξι αγορών, στα 79 ευρώ.
Η εικόνα αυτή αντανακλά τις πιέσεις που δέχεται η γερμανική οικονομία, αλλά και τη μεταβολή της ταξιδιωτικής συμπεριφοράς προς πιο συγκρατημένες καταναλωτικές επιλογές.
Την ίδια στιγμή, οι Γερμανοί εμφανίζονται πιο πρόθυμοι να εξερευνήσουν λιγότερο παραδοσιακούς προορισμούς, όπως η Ανατολική Μακεδονία και Θράκη και τα Ιόνια Νησιά, ενώ η Θεσσαλία κατέγραψε μεγάλη πτώση επισκεψιμότητας.
Ανοδικά κινείται και η Ιταλία, με αύξηση 7% στις επισκέψεις και 9% στις εισπράξεις. Η ιταλική αγορά εμφανίζει ισχυρή δυναμική σε περιοχές όπως η Θεσσαλία, ενώ ενισχύεται σταδιακά και η παρουσία της στην Αττική.
Οι χαμένοι του 2025 και η μετατόπιση προς αστικό τουρισμό
Η Γαλλία και η Ολλανδία εμφανίζουν πιο αδύναμη εικόνα σε σχέση με τις υπόλοιπες αγορές. Οι Γάλλοι καταγράφουν τη χαμηλότερη δαπάνη ανά επίσκεψη, στα 535 ευρώ, ενώ παρατηρείται σαφής μετατόπιση από τους παραδοσιακούς νησιωτικούς προορισμούς προς την Αττική και τον αστικό τουρισμό.
Η Κρήτη και το Νότιο Αιγαίο κατέγραψαν σημαντικές απώλειες στη γαλλική αγορά, ενώ αντίθετα η Αθήνα ενίσχυσε σημαντικά τα έσοδά της από Γάλλους επισκέπτες.
Ακόμη πιο δύσκολη είναι η εικόνα για την Ολλανδία, η οποία ήταν η μοναδική από τις έξι βασικές αγορές που κατέγραψε πτώση σε επισκέψεις, διανυκτερεύσεις και εισπράξεις.
Παρά την κάμψη, οι Ολλανδοί εξακολουθούν να εμφανίζουν σχετικά υψηλή δαπάνη ανά ταξίδι, με την Κρήτη να παραμένει ο βασικός προορισμός τους, αν και με απώλειες στα έσοδα.
Η συνολική εικόνα δείχνει ότι ο ελληνικός τουρισμός περνά πλέον σε μια νέα φάση, όπου η ποιότητα της δαπάνης αποκτά μεγαλύτερη σημασία από τον απλό αριθμό αφίξεων.
Οι αγορές υψηλής δαπάνης, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο και οι Ηνωμένες Πολιτείες, αποκτούν ολοένα μεγαλύτερο στρατηγικό βάρος για την ελληνική τουριστική οικονομία, ενώ ταυτόχρονα ενισχύεται η ανάγκη γεωγραφικής διαφοροποίησης και ανάπτυξης νέων προορισμών πέρα από τα παραδοσιακά νησιωτικά μοντέλα.
Διαβάστε επίσης: ΙΝΣΕΤΕ: Ανθεκτικός ο εισερχόμενος τουρισμός το 2026- ΗΠΑ, επιτόκια και ενέργεια στηρίζουν την αγορά







Μ.Η.Τ. 242183