Η ΕΚΤ συνεχίζει την ποσοτική σύσφιξη, με τον ισολογισμό να υποχωρεί στα €6 τρισ. έως το 2026. Πιέσεις σε ρευστότητα, επιτόκια και τράπεζες
Σε φάση σταθερής αλλά αποφασιστικής συρρίκνωσης εισέρχεται ο ισολογισμός της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), επιβεβαιώνοντας ότι η εποχή της άφθονης ρευστότητας στην ευρωζώνη φτάνει σταδιακά στο τέλος της. Σύμφωνα με ανάλυση της Bank of America (BofA), το μέγεθος του ισολογισμού του Ευρωσυστήματος αναμένεται να περιοριστεί στα περίπου 6 τρισ. ευρώ έως το τέλος του 2026, σε μια εξέλιξη που αποτυπώνει τη συνέχιση της πολιτικής ποσοτικής σύσφιξης.
Η μείωση αυτή δεν είναι απλώς τεχνική προσαρμογή, αλλά συνιστά στρατηγική επιλογή επιστροφής σε ένα πιο «σφιχτό» νομισματικό περιβάλλον, με άμεσες επιπτώσεις στη ρευστότητα, το κόστος χρήματος και τη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος.
Ρευστότητα υπό πίεση – Ανοδική τροχιά για τα επιτόκια της αγοράς
Η σταδιακή απόσυρση ρευστότητας εκτιμάται ότι θα περιορίσει τα πλεονάζοντα κεφάλαια στο τραπεζικό σύστημα, οδηγώντας τη διαθέσιμη ρευστότητα κοντά στα 2,1 τρισ. ευρώ έως το 2026, από υψηλότερα επίπεδα τα προηγούμενα χρόνια. Η εξέλιξη αυτή αναμένεται να μεταβάλει τις ισορροπίες στην αγορά χρήματος, ενισχύοντας τον ανταγωνισμό μεταξύ των τραπεζών για χρηματοδότηση.
Η πίεση αυτή μεταφράζεται ήδη σε ανοδικές τάσεις στα επιτόκια, με τα διατραπεζικά επιτόκια να κινούνται προς τα επίπεδα του κόστους δανεισμού από την κεντρική τράπεζα. Το Euribor τριμήνου εκτιμάται ότι θα φτάσει περίπου στο 2,65% έως το τέλος του 2026, ενώ η απόκλιση από το €STR αναμένεται να διευρυνθεί.
Παράλληλα, η αγορά repos αναμένεται να καταγράψει αυξημένο κόστος χρηματοδότησης, καθώς η προσφορά κρατικών ομολόγων και η ζήτηση για ρευστότητα ενισχύονται ταυτόχρονα, δημιουργώντας ένα πιο απαιτητικό περιβάλλον για τις τράπεζες και τους επενδυτές.
Επιστροφή στις πράξεις αναχρηματοδότησης – Νέος κύκλος εξάρτησης από την ΕΚΤ
Καθώς η ρευστότητα περιορίζεται, οι τράπεζες αναμένεται να στραφούν εκ νέου στα εργαλεία χρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η χρήση πράξεων αναχρηματοδότησης, όπως τα MRO και LTRO, προβλέπεται να αυξηθεί σημαντικά, φτάνοντας τα 125 δισ. ευρώ έως το τέλος του 2026 και εκτινασσόμενη ακόμη υψηλότερα το 2027.
Η τάση αυτή αντανακλά τη μετάβαση από ένα σύστημα υπερβάλλουσας ρευστότητας σε ένα πιο ισορροπημένο, όπου η πρόσβαση σε κεφάλαια αποκτά μεγαλύτερο κόστος και σημασία. Η ζήτηση για χρηματοδότηση αναμένεται να ενισχυθεί ιδιαίτερα στο δεύτερο εξάμηνο του 2026, όταν τα διαθέσιμα αποθέματα θα έχουν μειωθεί αισθητά.
Την ίδια στιγμή, η ποσοτική σύσφιξη συνεχίζεται με σταθερό ρυθμό, καθώς έχουν ήδη σταματήσει οι επανεπενδύσεις στα βασικά προγράμματα αγοράς ομολόγων, οδηγώντας σε μηνιαία μείωση του ισολογισμού που προσεγγίζει τα 42 δισ. ευρώ.
Περιορισμένα περιθώρια για «επιστροφή» στο QE – Το νέο νομισματικό τοπίο
Παρά τα σενάρια που κατά καιρούς επανέρχονται, οι πιθανότητες για ένα νέο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης εμφανίζονται περιορισμένες. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι μια τέτοια κίνηση θα εξεταζόταν μόνο σε περίπτωση σοβαρής επιδείνωσης της οικονομικής δραστηριότητας ή έντονης αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού.
Στο μεταξύ, εργαλεία όπως η νέα πλατφόρμα repos της ΕΚΤ αναμένεται να λειτουργήσουν περισσότερο ως μηχανισμοί διαχείρισης κρίσεων, παρά ως βασικοί μοχλοί πολιτικής, με περιορισμένο αντίκτυπο στον συνολικό ισολογισμό.
Η συνολική εικόνα αποτυπώνει μια σαφή μετατόπιση. Ο ισολογισμός του Ευρωσυστήματος, ως ποσοστό του ΑΕΠ, βαίνει μειούμενος, σηματοδοτώντας την επιστροφή σε πιο «κανονικές» συνθήκες νομισματικής πολιτικής. Ωστόσο, η πορεία αυτή δεν είναι γραμμική. Παραμένει στενά συνδεδεμένη με τις γεωπολιτικές εξελίξεις και τη δυναμική της οικονομίας, που θα καθορίσουν το βάθος και τη διάρκεια της σύσφιξης.
Σε κάθε περίπτωση, η εποχή του «εύκολου χρήματος» δείχνει να κλείνει, αφήνοντας πίσω της ένα νέο περιβάλλον όπου η ρευστότητα θα έχει κόστος και η στρατηγική διαχείρισή της θα αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τράπεζες και αγορές.
Διαβάστε επίσης: Bank of America: Γιατί αυτή η εβδομάδα είναι game changer για επενδυτές







Μ.Η.Τ. 242183