Ευρωπαϊκή Ένωση επιταχύνει τις πρωτοβουλίες για ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας, με έμφαση στην ενιαία αγορά
Η ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας έχει μετατραπεί σε υπαρξιακό ζήτημα για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο ρυθμός ανάπτυξης και η αύξηση της παραγωγικότητας έχουν επιβραδυνθεί αισθητά τα τελευταία χρόνια, ιδίως μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, ενώ το χάσμα με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα διευρύνεται σταθερά. Το ζήτημα δεν αφορά μόνο τη βιομηχανική επίδοση, αλλά το ίδιο το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο, το επίπεδο ζωής και τη στρατηγική αυτονομία της Ένωσης.
Στην άτυπη σύνοδο κορυφής στο Alden Biesen του Βελγίου, οι Ευρωπαίοι ηγέτες επιχείρησαν να δώσουν την αίσθηση του επείγοντος. Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, μίλησε για «νέα ενέργεια» και κοινή κατανόηση της ανάγκης για γρήγορη και συνεκτική δράση, προαναγγέλλοντας συγκεκριμένες αποφάσεις στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Μαρτίου. Το μήνυμα ήταν σαφές: η Ευρώπη δεν μπορεί να συνεχίσει με αργούς ρυθμούς σε έναν κόσμο που επιταχύνει.
Οι αργές διαδικασίες και οι εσωτερικές αντιθέσεις
Παρά τις συχνές συζητήσεις για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, η πρόοδος έως σήμερα υπήρξε περιορισμένη. Οι διαφορετικές προσεγγίσεις μεταξύ των 27 κρατών-μελών σε καίρια ζητήματα, αλλά και οι δομικά αργές ευρωπαϊκές διαδικασίες, επιβραδύνουν την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων.
Οι βιομηχανικοί σύνδεσμοι σε ολόκληρη την Ευρώπη επισημαίνουν δύο βασικές αδυναμίες: το υψηλό ενεργειακό κόστος και την εξάρτηση από τρίτες χώρες για κρίσιμες πρώτες ύλες. Πρωτοβουλίες όπως το RepowerEU κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση, ωστόσο θεωρούνται ανεπαρκείς σε σχέση με το μέγεθος της πρόκλησης.
Η πίεση έχει ενταθεί και λόγω του διεθνούς περιβάλλοντος. Η επιθετική εμπορική πολιτική των ΗΠΑ υπό τον Ντόναλντ Τραμπ και η αυξανόμενη διείσδυση κινεζικών προϊόντων στην ευρωπαϊκή αγορά εντείνουν τον ανταγωνισμό. Η Ευρώπη καλείται να απαντήσει με όρους κλίμακας και ταχύτητας.
«Μία αγορά για μία Ευρώπη»
Στον πυρήνα των συζητήσεων βρέθηκε η βαθύτερη ενοποίηση της εσωτερικής αγοράς, με το σύνθημα «μία αγορά για μία Ευρώπη». Παρά την ύπαρξη της ενιαίας αγοράς εδώ και δεκαετίες, οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν ρυθμιστικά εμπόδια, διαφορετικές εθνικές προσεγγίσεις και διοικητική γραφειοκρατία που περιορίζουν τη δυνατότητα ανάπτυξης κλίμακας.
Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις δεν απολαμβάνουν τα ίδια πλεονεκτήματα κλίμακας με τις αμερικανικές ή κινεζικές. Ο κατακερματισμός των κεφαλαιαγορών δυσχεραίνει τη χρηματοδότηση μεγάλων επενδύσεων, ενώ η διασυνοριακή δραστηριοποίηση παραμένει περίπλοκη.
Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, ανακοίνωσε ότι τον Μάρτιο θα παρουσιαστεί αναλυτικό σχέδιο δράσης και οδικός χάρτης, με σαφή χρονοδιαγράμματα και στόχο την ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς έως το τέλος του 2027.
Ενοποίηση κεφαλαιαγορών και «ενισχυμένη συνεργασία»
Κεντρικό στοιχείο της στρατηγικής αποτελεί η Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, που επιδιώκει να κατευθύνει μέρος από τα περίπου 10 τρισ. ευρώ ευρωπαϊκών αποταμιεύσεων προς τις αγορές κεφαλαίου. Η πρώτη φάση, που περιλαμβάνει ενοποίηση κεφαλαιαγορών, κοινή εποπτεία και προώθηση τιτλοποιήσεων, στοχεύει να ολοκληρωθεί έως τον Ιούνιο.
Για πρώτη φορά, η φον ντερ Λάιεν άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο χρήσης της ρήτρας ενισχυμένης συνεργασίας. Αν δεν υπάρξει πρόοδος σε επίπεδο 27, τουλάχιστον εννέα χώρες θα μπορούσαν να κινηθούν ταχύτερα, διαμορφώνοντας έναν πιο φιλόδοξο πυρήνα ενοποίησης.
Στο ίδιο πνεύμα εντάσσεται και η πρόταση για το λεγόμενο «28ο καθεστώς», που θα επιτρέπει τη σύσταση εταιρείας με ενιαίο ψηφιακό τρόπο σε ολόκληρη την ΕΕ μέσα σε 24 ώρες. Η ιδέα της «EU Inc.» αποσκοπεί στη δημιουργία ενός κοινού εταιρικού πλαισίου, με απλούς και ομοιόμορφους κανόνες, περιορίζοντας τις αποκλίσεις μεταξύ εθνικών νομοθεσιών.
Στήριξη στρατηγικών κλάδων και «ευρωπαϊκή προτίμηση»
Η νέα βιομηχανική στρατηγική αναμένεται να εστιάσει σε στρατηγικούς τομείς όπως η άμυνα, το διάστημα, η καθαρή τεχνολογία, οι κβαντικές τεχνολογίες, η τεχνητή νοημοσύνη και τα συστήματα πληρωμών. Η έννοια της «ευρωπαϊκής προτίμησης» συζητείται ως εργαλείο στήριξης εγχώριων παραγωγών, υπό προϋποθέσεις συμβατές με τους κανόνες ανταγωνισμού και τις διεθνείς υποχρεώσεις.
Παράλληλα, εξετάζεται η αναθεώρηση των κανόνων για τις συγχωνεύσεις, ώστε να διευκολυνθεί η δημιουργία «ευρωπαίων πρωταθλητών» με δυνατότητα μεγάλων επενδύσεων και τεχνολογικής υπεροχής.
Η ενέργεια στο επίκεντρο της ανταγωνιστικότητας
Το ενεργειακό κόστος παραμένει καθοριστικός παράγοντας. Η φον ντερ Λάιεν υπογράμμισε την ανάγκη ενίσχυσης των διασυνοριακών ενεργειακών υποδομών, με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για ένα «πακέτο διασυνδέσεων». Παράλληλα, άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο επανεξέτασης του τρόπου διαμόρφωσης της χονδρικής τιμής ηλεκτρικής ενέργειας, που σήμερα καθορίζεται από το ακριβότερο καύσιμο, συνήθως το φυσικό αέριο.
Η μεταρρύθμιση της αγοράς ενέργειας θα μπορούσε να αποτελέσει καταλύτη για τη μείωση του κόστους παραγωγής και την ενίσχυση της βιομηχανικής βάσης.
Το 2026 ως έτος αποτελεσμάτων
Η δέσμευση ότι «το 2026 η Ευρώπη θα έχει αποτελέσματα» επιχειρεί να δώσει πολιτικό βάρος στις εξαγγελίες. Το ερώτημα είναι εάν η Ένωση μπορεί να μετατρέψει τη διαπίστωση της υστέρησης σε συνεκτική δράση, υπερβαίνοντας εθνικές αντιστάσεις και θεσμικές αγκυλώσεις.
Το στοίχημα της ανταγωνιστικότητας δεν είναι απλώς οικονομικό. Είναι στρατηγικό και γεωπολιτικό. Αφορά τη θέση της Ευρώπης σε έναν κόσμο που αναδιατάσσεται ταχύτατα, την ικανότητά της να παράγει τεχνολογία και αξία, και τελικά την ανθεκτικότητα του ίδιου του ευρωπαϊκού μοντέλου.
Διαβάστε επίσης: Νέα εποχή για την ελληνική αμυντική βιομηχανία: Στροφή σε drones και πυρομαχικά







Μ.Η.Τ. 242183