Έρευνα του Bloomberg δείχνει μεταστροφή των προσδοκιών, με το επιτόκιο καταθέσεων να εκτιμάται ότι θα φθάσει στο 2,5% έως το τέλος του έτους
Νέα δεδομένα διαμορφώνονται για τη νομισματική πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, καθώς η ενεργειακή κρίση που πυροδοτεί η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή αναζωπυρώνει τις πληθωριστικές πιέσεις και αναγκάζει τους αναλυτές να αναθεωρούν τις εκτιμήσεις τους για την πορεία των επιτοκίων.
Σύμφωνα με νέα έρευνα του Bloomberg, η πλειονότητα των οικονομολόγων θεωρεί πλέον σχεδόν βέβαιη μια αύξηση των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης στην επόμενη συνεδρίαση της ΕΚΤ, ενώ οι περισσότεροι προβλέπουν ακόμη μία αντίστοιχη κίνηση πριν από το τέλος του έτους.
Εφόσον επιβεβαιωθεί το συγκεκριμένο σενάριο, το επιτόκιο καταθέσεων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας θα διαμορφωθεί στο 2,5%, σηματοδοτώντας μια σημαντική αλλαγή πλεύσης σε σχέση με τις προσδοκίες που επικρατούσαν πριν από την ενεργειακή αναταραχή.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε μεταξύ 29 Μαΐου και 3 Ιουνίου και αποτυπώνει τη μεταστροφή του κλίματος στις αγορές, καθώς οι επενδυτές ανησυχούν ότι οι υψηλές τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου μπορεί να διατηρήσουν τον πληθωρισμό σε επίπεδα υψηλότερα από τον στόχο του 2% για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Σεπτέμβριος αντί Ιούλιος για τη δεύτερη αύξηση
Οι περισσότεροι οικονομολόγοι που συμμετείχαν στην έρευνα θεωρούν ότι η δεύτερη αύξηση επιτοκίων θα πραγματοποιηθεί τον Σεπτέμβριο και όχι τον Ιούλιο, δίνοντας στην ΕΚΤ περισσότερο χρόνο για να αξιολογήσει τις επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης στην οικονομία της Ευρωζώνης.
Όπως επισημαίνουν οι αναλυτές, το βασικό ερώτημα δεν αφορά μόνο την πορεία των τιμών του πετρελαίου, αλλά κυρίως το εάν η αύξηση του ενεργειακού κόστους θα περάσει στην πραγματική οικονομία μέσω των μεταφορών, των υπηρεσιών και της βιομηχανικής παραγωγής.
«Η ΕΚΤ θέλει να στείλει το μήνυμα ότι δεν θα μείνει αδρανής απέναντι στην επανεμφάνιση πληθωριστικών πιέσεων», δήλωσε ο επικεφαλής οικονομολόγος της Bantleon, Daniel Hartmann, υπογραμμίζοντας ότι η κεντρική τράπεζα επιδιώκει να προστατεύσει την αξιοπιστία της ως θεματοφύλακας της σταθερότητας των τιμών.
Η στάση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία μετά την εμπειρία της περιόδου 2021-2023, όταν η ΕΚΤ κατηγορήθηκε ότι υποτίμησε τη διάρκεια και την ένταση του πληθωριστικού κύματος που ακολούθησε την πανδημία και την ενεργειακή κρίση.
Υψηλότερος πληθωρισμός, χαμηλότερη ανάπτυξη
Παράλληλα με τις προβλέψεις για τα επιτόκια, οι οικονομολόγοι αναμένουν ότι η ΕΚΤ θα αναθεωρήσει προς τα πάνω τις εκτιμήσεις της για τον πληθωρισμό τόσο το 2026 όσο και το 2027.
Την ίδια στιγμή, εκτιμάται ότι θα μειωθούν οι προβλέψεις για την ανάπτυξη της Ευρωζώνης, καθώς το αυξημένο ενεργειακό κόστος περιορίζει την κατανάλωση, αυξάνει τα λειτουργικά έξοδα των επιχειρήσεων και επιβαρύνει την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Οι αναλυτές θεωρούν ότι το βασικό σενάριο παραμένει η σταδιακή αποκλιμάκωση των επιτοκίων από τα μέσα του 2027, ωστόσο η προοπτική αυτή απομακρύνεται χρονικά όσο η γεωπολιτική αβεβαιότητα παραμένει υψηλή.
Για την ΕΚΤ, το δίλημμα γίνεται ολοένα και πιο σύνθετο. Aπό τη μία πλευρά καλείται να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο αναζωπύρωσης του πληθωρισμού και από την άλλη να προστατεύσει την εύθραυστη ανάπτυξη της Ευρωζώνης από ένα νέο ενεργειακό σοκ.
Διαβάστε επίσης: Νέα εποχή για τα επιτόκια: Τι προβλέπει η Eurobank για ΕΚΤ, Fed και BoE






Μ.Η.Τ. 242183