Υπουργική απόφαση ανοίγει τον δρόμο για την επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων – Οι προϋποθέσεις για αυξήσεις μισθών
Σε φάση υλοποίησης περνά η συμφωνία των κοινωνικών εταίρων για την επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, με το επόμενο καθοριστικό βήμα να είναι η υπουργική απόφαση που αναμένεται να υπογραφεί τις επόμενες ημέρες από την υπουργό Εργασίας Νίκη Κεραμέως. Η απόφαση θα αποτελέσει τον πρακτικό οδηγό για την εφαρμογή της συμφωνίας, ορίζοντας τόσο το χρονοδιάγραμμα όσο και τους κανόνες με βάση τους οποίους θα ξεκινήσει εκ νέου ο κύκλος των συλλογικών διαπραγματεύσεων.
Σύμφωνα με πληροφορίες, το κείμενο της υπουργικής απόφασης θα εξειδικεύει τα επιμέρους σημεία της συμφωνίας και θα περιγράφει αναλυτικά τα στάδια που προηγούνται πριν καθίσουν στο ίδιο τραπέζι εργοδοτικές και συνδικαλιστικές οργανώσεις. Παράλληλα, θα καθορίζεται το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα διεξάγονται οι διαπραγματεύσεις, το χρονικό όριο ολοκλήρωσής τους, αλλά και η διαδικασία επέκτασης των συλλογικών συμφωνιών στο σύνολο των εργαζομένων κάθε κλάδου.
Επανεκκίνηση του κοινωνικού διαλόγου και μισθολογικές αυξήσεις
Το «ξεπάγωμα» των συλλογικών συμβάσεων σηματοδοτεί την επιστροφή των κοινωνικών εταίρων στον κεντρικό ρόλο που είχαν παραδοσιακά στη διαμόρφωση των μισθολογικών και θεσμικών όρων εργασίας. Ταυτόχρονα, ανοίγει τον δρόμο για την υπογραφή νέων κλαδικών συμβάσεων, οι οποίες εκτιμάται ότι θα προβλέπουν αυξήσεις μισθών σημαντικά υψηλότερες από τον εκάστοτε κατώτατο μισθό.
Οι πρώτες εκτιμήσεις κάνουν λόγο για αυξήσεις άνω του 10% στις βασικές αποδοχές, οι οποίες, μαζί με επιδόματα και πρόσθετες παροχές, ενδέχεται να φτάνουν ακόμη και το 20% σε σχέση με τον κατώτατο μισθό. Το όφελος δεν περιορίζεται μόνο στην άμεση μισθολογική ενίσχυση, αλλά και στη δυνατότητα πολλών εργαζομένων που σήμερα αμείβονται με τον κατώτατο μισθό να μετακινηθούν σε υψηλότερους κλαδικούς μισθούς.
Οι κρίσιμες αλλαγές στο νέο πλαίσιο
Η συμφωνία των κοινωνικών εταίρων εισάγει μια σειρά από θεσμικές αλλαγές που αναμένεται να καθορίσουν την επιτυχία ή μη της επαναφοράς των συλλογικών συμβάσεων. Κεντρικό στοιχείο αποτελεί η μείωση του απαιτούμενου ποσοστού εκπροσώπησης των εργοδοτών από το 50% στο 40%, προκειμένου μια κλαδική σύμβαση να μπορεί να επεκταθεί και να ισχύσει για όλους τους εργαζόμενους του κλάδου.
Παράλληλα, δίνεται η δυνατότητα σε τριτοβάθμιες συνδικαλιστικές και εργοδοτικές οργανώσεις να συνυπογράφουν κλαδικές συμβάσεις, ώστε αυτές να αποκτούν καθολική ισχύ. Σημαντική αλλαγή αποτελεί και η επαναφορά της πλήρους μετενέργειας, που διασφαλίζει ότι οι εργαζόμενοι των οποίων η σύμβαση έχει λήξει θα συνεχίσουν να διατηρούν όλους τους μισθολογικούς και θεσμικούς όρους της προηγούμενης σύμβασης, χωρίς απώλειες σε μισθούς, επιδόματα ή μπόνους, ακόμη και αν υπογράψουν ατομική σύμβαση.
Επιπλέον, προβλέπεται η δυνατότητα μονομερούς προσφυγής των εργαζομένων στη διαιτησία, έπειτα από αξιολόγηση του αιτήματός τους από ενδιάμεση επιτροπή, μέσω του Οργανισμού Μεσολάβησης και Διαιτησίας. Πρόκειται για ουσιαστική αλλαγή σε σχέση με το ισχύον καθεστώς, όπου απαιτείται και η συναίνεση των εργοδοτών. Προϋπόθεση για τη συμμετοχή στις συλλογικές διαπραγματεύσεις θα είναι, τέλος, η υποχρεωτική εγγραφή εργοδοτικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων στα μητρώα του υπουργείου Εργασίας.
Τα σημεία που θα κρίνουν την επιτυχία των συλλογικών συμβάσεων
Η ουσιαστική αύξηση των συλλογικών και ιδιαίτερα των κλαδικών συμβάσεων θα εξαρτηθεί από τρεις κρίσιμες παραμέτρους. Η πρώτη αφορά τη δυνατότητα επέκτασης μιας συλλογικής σύμβασης ακόμη και όταν οι εργοδότες που συμμετέχουν στις διαπραγματεύσεις εκπροσωπούν λιγότερο από το 40% των εργαζομένων ενός κλάδου. Η δεύτερη σχετίζεται με την πλήρη εφαρμογή της μετενέργειας μετά τη λήξη μιας σύμβασης, ώστε οι εργαζόμενοι να μην επιστρέφουν σε καθεστώς αβεβαιότητας και μειωμένων αποδοχών.
Η τρίτη και καθοριστικότερη παράμετρος αφορά το ύψος των μισθολογικών αυξήσεων που θα συμφωνούνται στην πράξη και το κατά πόσο οι διαπραγματεύσεις θα οδηγούν σε συμφωνίες ή σε παρατεταμένα αδιέξοδα. Το νέο πλαίσιο φιλοδοξεί να ενισχύσει τη διαπραγματευτική διαδικασία και να αποτρέψει την υποκατάσταση των συλλογικών συμβάσεων από ατομικές συμφωνίες.
Το επόμενο βήμα: Νέο εργασιακό νομοσχέδιο
Μετά την υπογραφή της υπουργικής απόφασης, το χρονοδιάγραμμα προβλέπει ότι μέσα στο πρώτο τρίμηνο του 2026 θα ακολουθήσει η κατάθεση στη Βουλή του νέου εργασιακού νομοσχεδίου. Σε αυτό θα ενσωματωθούν οι αναγκαίες νομοθετικές ρυθμίσεις για το νέο πλαίσιο αυξήσεων μισθών μέσω συλλογικών συμβάσεων, κλείνοντας θεσμικά τον κύκλο της μεταρρύθμισης και σηματοδοτώντας μια νέα φάση για την αγορά εργασίας.
Διαβάστε επίσης: Κεραμέως: Τα κόμματα καλούνται να τοποθετηθούν επί της κοινωνικής συμφωνίας για τις συλλογικές συμβάσεις







Μ.Η.Τ. 242183