Οι αυξανόμενες εντάσεις μεταξύ Δανίας και Ηνωμένων Πολιτειών αναφορικά με το καθεστώς και τον ρόλο της Γροιλανδίας εκτιμάται ότι, στο βασικό σενάριο της Morningstar DBRS, θα αποκλιμακωθούν μέσω διπλωματικών διαύλων και διαπραγματεύσεων. Ωστόσο, σε περίπτωση επιβεβαίωσης ενός δυσμενούς σεναρίου κλιμάκωσης των διατλαντικών σχέσεων, οι αρνητικές μακροοικονομικές και δημοσιονομικές επιπτώσεις εκτιμάται ότι θα είναι δυσανάλογα μεγαλύτερες για τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης –και ιδίως για εκείνα με ήδη εύθραυστα δημοσιονομικά μεγέθη– παρά για την ίδια τη Δανία, σύμφωνα με τους αναλυτές του οίκου αξιολόγησης.
Γεωπολιτική σημασία και ορυκτός πλούτος της Γροιλανδίας
Η Γροιλανδία, παρότι αποτελεί το μεγαλύτερο νησί παγκοσμίως, διαθέτει πληθυσμό μόλις 56.699 κατοίκων, γεγονός που αντανακλά τις ιδιαίτερα δυσμενείς κλιματικές και γεωγραφικές συνθήκες της Αρκτικής.
Η γεωστρατηγική της σημασία αναμένεται να ενισχυθεί ουσιωδώς τις επόμενες δεκαετίες, καθώς η σταδιακή τήξη των αρκτικών πάγων δημιουργεί νέες, συντομότερες θαλάσσιες εμπορικές οδούς μεταξύ Ανατολικής Ασίας και Ευρώπης. Η γεωγραφική θέση της Γροιλανδίας της προσδίδει δυνητικό έλεγχο κρίσιμων ναυτικών διαδρόμων, στοιχείο με άμεσες επιπτώσεις στο παγκόσμιο εμπόριο και στην ασφάλεια εφοδιαστικών αλυσίδων.
Σε στρατιωτικό επίπεδο, το νησί φιλοξενεί την αμερικανική βάση Pituffik Space Base, η οποία λειτουργεί στο πλαίσιο της διμερούς αμυντικής συμφωνίας ΗΠΑ–Δανίας του 1951. Υπενθυμίζεται ότι το 1946 η Δανία απέρριψε επίσημη πρόταση του τότε προέδρου των ΗΠΑ, Χάρι Τρούμαν, για την εξαγορά της Γροιλανδίας.
Παράλληλα, η Γροιλανδία διαθέτει σημαντικά –και σε μεγάλο βαθμό ανεκμετάλλευτα– κοιτάσματα ορυκτών πόρων στρατηγικής σημασίας για τις ψηφιακές και πράσινες τεχνολογίες, όπως σπάνιες γαίες, τιτάνιο, χαλκός και γραφίτης. Η αξιοποίησή τους παραμένει τεχνικά και οικονομικά σύνθετη, λόγω ελλιπούς υποδομής και της κάλυψης περίπου του 80% της επιφάνειας από πάγο. Ωστόσο, η κλιματική αλλαγή και η υποχώρηση του παγοκαλύμματος εκτιμάται ότι θα βελτιώσουν μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα τη βιωσιμότητα εξορυκτικών δραστηριοτήτων.
Περιορισμένες οικονομικές επιπτώσεις για τη Δανία
Μια ενδεχόμενη όξυνση των σχέσεων με τις ΗΠΑ θα συνιστούσε πρωτίστως πολιτική και θεσμική πρόκληση για τη Δανία, δεδομένης της σημασίας της Γροιλανδίας για την εθνική της κυριαρχία και τη διεθνή της θέση, επισημαίνει η Morningstar DBRS.
Σε καθαρά οικονομικούς και δημοσιονομικούς όρους, ωστόσο, η έκθεση της Δανίας κρίνεται περιορισμένη. Η οικονομική δραστηριότητα της Γροιλανδίας –η οποία βασίζεται κυρίως στις δημόσιες υπηρεσίες, την αλιεία, το εμπόριο και τις μεταφορές– αντιστοιχεί μόλις στο 0,8% του δανικού ΑΕΠ.
Παρότι περίπου το 40% των δημοσίων εσόδων της Γροιλανδίας προέρχεται από μεταβιβάσεις της Δανίας, το σχετικό δημοσιονομικό κόστος για την Κοπεγχάγη ανέρχεται μόλις στο 0,2% του ΑΕΠ. Επιπλέον, η Δανία διαθέτει ισχυρά δημοσιονομικά αποθέματα, χαμηλό λόγο χρέους προς ΑΕΠ και ιστορικό διαρθρωτικών πλεονασμάτων, γεγονός που της επιτρέπει να απορροφήσει πιθανά σοκ χωρίς ουσιαστική επιδείνωση της πιστοληπτικής της εικόνας.
Αυξημένοι και πολυεπίπεδοι κίνδυνοι για την Ευρωπαϊκή Ένωση
Αντιθέτως, οι δυνητικές επιπτώσεις για την υπόλοιπη Ευρώπη χαρακτηρίζονται από υψηλό βαθμό αβεβαιότητας και δυνητικά ευρύτερη μακροοικονομική και δημοσιονομική διάχυση, σημειώνει η DBRS Morningstar. Οι ήδη υφιστάμενες πολιτικές και εμπορικές τριβές μεταξύ Ε.Ε. και ΗΠΑ ενδέχεται να ενταθούν, χωρίς σαφή χρονικό ορίζοντα αποκλιμάκωσης.
Ο οίκος εντοπίζει δύο βασικούς διαύλους κινδύνου:
Πρώτον, η κλιμάκωση εμπορικών εντάσεων, συμπεριλαμβανομένης της απειλής επιβολής αυξημένων δασμών από τις ΗΠΑ υπό τον Donald Trump, θα μπορούσε να πλήξει δυσανάλογα τις ευρωπαϊκές οικονομίες με υψηλή εξαγωγική εξάρτηση. Οι Ευρωπαίοι εξαγωγείς ενδέχεται να βρεθούν σε μειονεκτική θέση έναντι ανταγωνιστών από την Ανατολική Ασία και άλλες τρίτες χώρες.
Δεύτερον, μια ενδεχόμενη αποδυνάμωση της αξιοπιστίας της συλλογικής αμυντικής δέσμευσης του ΝΑΤΟ θα μπορούσε να επιταχύνει την ανάγκη για ενίσχυση των ευρωπαϊκών αμυντικών δυνατοτήτων. Αυτό θα συνεπαγόταν σημαντική αύξηση αμυντικών δαπανών, με άμεσες δημοσιονομικές επιπτώσεις, ιδίως για χώρες με περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο.
Δεδομένου ότι η αρχιτεκτονική ασφάλειας των περισσότερων κρατών-μελών της Ε.Ε. βασίζεται στη Συμμαχία του ΝΑΤΟ, η ταχεία ανάπτυξη αυτόνομων ευρωπαϊκών αμυντικών δυνατοτήτων θα απαιτούσε υψηλές επενδύσεις και επιτάχυνση υλοποίησης έργων σε κρίσιμους τομείς, όπως συστήματα αεράμυνας και στρατιωτικά δορυφορικά δίκτυα πληροφοριών.
Επιπλέον, οι βραχυπρόθεσμες πιέσεις για αύξηση αμυντικών δαπανών ενδέχεται να ενταθούν, ιδίως για κράτη που έχουν υιοθετήσει οπισθοβαρή προσαρμογή προς τους νέους στόχους του ΝΑΤΟ. Παρότι τα ευρωπαϊκά μέλη έχουν δεσμευτεί για βασικές αμυντικές δαπάνες ύψους 3,5% του ΑΕΠ έως το 2035, αρκετές χώρες σχεδιάζουν την κύρια αύξηση προς το τέλος της περιόδου. Η Morningstar DBRS προειδοποιεί ότι μια πιο άμεση ανάγκη ενίσχυσης της ευρωπαϊκής άμυνας θα μπορούσε να επιβάλει ταχύτερη και δημοσιονομικά πιο επώδυνη προσαρμογή.







Μ.Η.Τ. 242183