Οι γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και η παρατεταμένη σύγκρουση στην περιοχή έχουν ενισχύσει το κλίμα αβεβαιότητας στις διεθνείς αγορές, γεγονός που αντανακλάται ήδη στις εκτιμήσεις και τα οικονομικά αποτελέσματα των μεγαλύτερων τραπεζικών ομίλων της Ευρώπης. Οι διοικήσεις των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις, εκφράζοντας προβληματισμό για τις πιθανές συνέπειες που μπορεί να έχει η κρίση στην κερδοφορία και τους ισολογισμούς τους τους επόμενους μήνες.
Μελέτη της S&P Global επισημαίνει ότι κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026 οι μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες αύξησαν τις προβλέψεις τους για επισφαλή δάνεια που συνδέονται με τους κινδύνους της σύγκρουσης, ανεβάζοντας το συνολικό ύψος των σχετικών προβλέψεων στα 1,5 δισ. ευρώ.
Στην κορυφή της λίστας βρέθηκαν οι βρετανικές HSBC και Standard Chartered, οι οποίες διαθέτουν ισχυρή παρουσία στις ασιατικές αγορές και, ως εκ τούτου, επηρεάζονται περισσότερο από τις εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή.
Παρά το γεγονός ότι η άμεση έκθεση των ευρωπαϊκών τραπεζών στη Μέση Ανατολή παραμένει περιορισμένη -αντιστοιχώντας μόλις στο 0,6% του συνολικού ενεργητικού τους σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας- οι προβλέψεις έχουν αναθεωρηθεί προς τα πάνω. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται κυρίως στην αναθεώρηση των μακροοικονομικών σεναρίων, τα οποία λαμβάνουν υπόψη πιθανές έμμεσες επιπτώσεις, όπως χαμηλότερους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης και εντονότερες πληθωριστικές πιέσεις.
Οι τραπεζικοί όμιλοι εκτιμούν ότι μια παρατεταμένη διάρκεια της κρίσης θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τόσο την ευρωπαϊκή όσο και την παγκόσμια οικονομία. Αν και αρκετοί αναλυτές θεωρούν πιθανή μια αποκλιμάκωση μέσα στους επόμενους μήνες, η αβεβαιότητα που εξακολουθεί να επικρατεί έχει οδηγήσει ορισμένες τράπεζες στο να αποφύγουν την αναθεώρηση των οικονομικών τους στόχων για το σύνολο του 2026.
Η επίδραση των επιτοκίων
Η έκθεση της S&P υπογραμμίζει επίσης ότι οι μεταβολές στις προσδοκίες για τη νομισματική πολιτική ενδέχεται να λειτουργήσουν υποστηρικτικά για την κερδοφορία των τραπεζών. Οι αγορές προεξοφλούν ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η Τράπεζα της Αγγλίας θα προχωρήσουν σε τουλάχιστον δύο αυξήσεις επιτοκίων έως το τέλος του έτους, επιδιώκοντας να περιορίσουν τις πληθωριστικές πιέσεις που συνδέονται με την άνοδο του ενεργειακού κόστους.
Σε περίπτωση που το συγκεκριμένο σενάριο επαληθευτεί, οι τράπεζες αναμένεται να ωφεληθούν μέσω της ενίσχυσης των καθαρών εσόδων από τόκους. Ωστόσο, η άνοδος του κόστους δανεισμού ενδέχεται να περιορίσει τη ζήτηση για νέα δάνεια τόσο από νοικοκυριά όσο και από επιχειρήσεις.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ισπανική BBVA έχει επισημάνει ότι παραμένει ασαφές τόσο το χρονικό εύρος όσο και η ένταση των επιπτώσεων της σύγκρουσης. Αντίστοιχα, η βελγική KBC και η ολλανδική ABN AMRO επέλεξαν να διατηρήσουν αμετάβλητες τις προβλέψεις τους για τα καθαρά έσοδα από τόκους, επικαλούμενες την αβεβαιότητα που εξακολουθεί να χαρακτηρίζει την κατάσταση στη Μέση Ανατολή, παρά τα θετικά αποτελέσματα του πρώτου τριμήνου.
Από την άλλη πλευρά, η ING εκτιμά ότι τα επιτόκια θα παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Παράλληλα, η ολλανδική τράπεζα ανέφερε ότι οι επιπτώσεις της σύγκρουσης στα αποτελέσματα του πρώτου τριμήνου του 2026 ήταν περιορισμένες, ενώ το κόστος κινδύνου διατηρήθηκε σε σχετικά χαμηλά επίπεδα.
Διαβάστε επίσης: Πόσο εκτίθενται οι ελληνικές και οι ευρωπαϊκές τράπεζες στη Μέση Ανατολή







Μ.Η.Τ. 242183