Οι αγορές στέλνουν μήνυμα εμπιστοσύνης για την ελληνική οικονομία μετά την επιτυχημένη έκδοση 10ετούς ομολόγου
Η πρώτη έξοδος της Ελλάδας στις αγορές για το 2026 λειτούργησε ως καθαρό μήνυμα εμπιστοσύνης προς την οικονομία και τη δημοσιονομική της πορεία. Η ισχυρή ζήτηση για το νέο 10ετές ομόλογο και η υπερκάλυψη που ξεπέρασε κάθε προηγούμενο επιβεβαιώνουν ότι οι επενδυτές προεξοφλούν σταθερότητα, συνέχεια πολιτικής και περαιτέρω βελτίωση του ελληνικού αξιόχρεου. Σε αυτό το περιβάλλον, το ενδιαφέρον μεταφέρεται πλέον στον Μάρτιο, όταν ανοίγει ο νέος κύκλος αξιολογήσεων από τους διεθνείς οίκους.
Οι πρώτες κρίσιμες ετυμηγορίες θα προέλθουν από τη Moody’s, τη DBRS και τη Scope Ratings. Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στον γερμανικό οίκο, ο οποίος θεωρείται ο πιο κοντινός σε νέα αναβάθμιση. Η Ελλάδα βρίσκεται ήδη στη βαθμίδα BBB με θετικές προοπτικές και μια αναβάθμιση στο BBB+ θα τη φέρει, για πρώτη φορά μετά την κρίση, ένα μόλις βήμα πριν από την επενδυτική βαθμίδα Α. Δεν αποκλείεται, πάντως, μια τέτοια κίνηση να μετατεθεί για τη δεύτερη αξιολόγηση του έτους, τον Σεπτέμβριο, ανάλογα με τη συνολική εικόνα των μακροοικονομικών δεδομένων.
Η αξιολογητική «σκυτάλη» θα συνεχιστεί την άνοιξη, με την Standard & Poor’s να τοποθετείται τον Απρίλιο και τη Fitch Ratings τον Μάιο. Σήμερα, οι S&P, Fitch και DBRS βαθμολογούν τη χώρα στη βαθμίδα BBB με σταθερές προοπτικές, ενώ η Moody’s διατηρεί την Ελλάδα ένα σκαλοπάτι χαμηλότερα, στο BBB-. Το σύνολο αυτών των αξιολογήσεων θα διαμορφώσει το πλαίσιο μέσα στο οποίο οι αγορές θα «διαβάσουν» τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας για το υπόλοιπο του έτους.
Οι δείκτες που κρίνουν τις αναβαθμίσεις
Στον πυρήνα των αξιολογήσεων βρίσκονται τρεις παράγοντες που λειτουργούν ως βασικά κριτήρια για τους οίκους. Ο πρώτος αφορά τον ρυθμό ανάπτυξης, ο οποίος κινείται σταθερά πάνω από το 2% και παραμένει σημαντικά υψηλότερος από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, με τις προβλέψεις για το 2026 να τοποθετούν την ανάπτυξη κοντά στο 2,4%. Ο δεύτερος σχετίζεται με τη δημοσιονομική επίδοση. Το πρωτογενές πλεόνασμα ξεπέρασε και πάλι τις αρχικές εκτιμήσεις το 2025, αγγίζοντας το 3,7% του ΑΕΠ, ενώ για το 2026 προβλέπεται στο 2,8%, με αρκετές αναλύσεις να αφήνουν ανοικτό το ενδεχόμενο υψηλότερης επίδοσης.
Ο τρίτος και ίσως πιο καθοριστικός παράγοντας είναι η αποκλιμάκωση του δημοσίου χρέους. Οι προβλέψεις δείχνουν επιτάχυνση της μείωσης, από το 145,9% του ΑΕΠ το 2025 στο 138,2% το 2026, με μεσοπρόθεσμο στόχο να υποχωρήσει κάτω από το 120% του ΑΕΠ. Σημαντικό ρόλο παίζουν οι πρόωρες αποπληρωμές χρέους, οι οποίες αποτελούν βασική επιλογή του οικονομικού επιτελείου και για το 2026, με συνολικές εξοφλήσεις που προσεγγίζουν τα 8,8 δισ. ευρώ.
Αγορές, ομόλογα και «ψήφος εμπιστοσύνης»
Η δημοσιονομική αυτή εικόνα εξηγεί και την εξαιρετικά θετική υποδοχή της πρόσφατης έκδοσης 10ετούς ομολόγου. Η Ελλάδα άντλησε 4 δισ. ευρώ, με προσφορές που ξεπέρασαν τα 51 δισ. ευρώ, καλύπτοντας ουσιαστικά το μισό δανειακό πρόγραμμα της χρονιάς με μία μόνο κίνηση. Πρόκειται για εξέλιξη που ενισχύει τη διαπραγματευτική θέση της χώρας και επιβεβαιώνει ότι οι αγορές προεξοφλούν περαιτέρω αναβαθμίσεις.
Σύμφωνα με τον προγραμματισμό του ΟΔΔΗΧ, το πρώτο εξάμηνο του έτους θα συνεχιστεί με επανεκδόσεις υφιστάμενων ομολόγων τον Φεβρουάριο, τον Απρίλιο και τον Ιούνιο. Οι κινήσεις αυτές, σε συνδυασμό με τις επερχόμενες αξιολογήσεις, θα λειτουργήσουν ως βαρόμετρο για το αν η Ελλάδα μπορεί να περάσει από τη φάση της σταθερής αποκατάστασης σε εκείνη της ουσιαστικής αναβάθμισης ρόλου στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου.
Το στοίχημα των επόμενων μηνών δεν είναι μόνο μια καλύτερη βαθμίδα στους πίνακες των οίκων, αλλά η παγίωση της εικόνας μιας οικονομίας που αφήνει οριστικά πίσω της την κρίση και αποκτά χαρακτηριστικά κανονικότητας και ανθεκτικότητας σε ένα αβέβαιο ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον.
Διαβάστε επίσης; Η Ελλάδα σαρώνει τις αγορές: Πάνω από 51 δισ. οι προσφορές για το 10ετές







Μ.Η.Τ. 242183