Η κυβέρνηση ενέκρινε περίπου 94.300 μετακλήσεις ξένων εργατών για το 2026, όταν οι ανάγκες της αγοράς εργασίας ξεπερνούν τις 360.000 θέσεις
Με ένα έλλειμμα που απειλεί πλέον ευθέως τη λειτουργία κρίσιμων κλάδων της οικονομίας, η ελληνική αγορά εργασίας εισέρχεται στο 2026 με σαφώς περισσότερα κενά από όσα μπορεί να καλύψει το σύστημα νόμιμων μετακλήσεων εργαζομένων από τρίτες χώρες. Η πρόσφατη Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου προβλέπει την έγκριση περίπου 94.300 μετακλητών εργαζομένων, την ώρα που οι πραγματικές ανάγκες, όπως αποτυπώνονται στα αιτήματα των επιχειρήσεων και στις καταγεγραμμένες κενές θέσεις, ξεπερνούν τις 360.000. Με απλά λόγια, μόλις μία στις τέσσερις θέσεις μπορεί να καλυφθεί μέσω του υφιστάμενου πλαισίου.
Ο αριθμός των μετακλήσεων είναι αυξημένος σε σχέση με το προηγούμενο έτος κατά περίπου 5.000 θέσεις, φτάνοντας από τις 89.290 στις περίπου 94.500 για το 2026. Ωστόσο, η αύξηση αυτή κρίνεται ανεπαρκής μπροστά στο εύρος του προβλήματος, καθώς τα αιτήματα για εισαγωγή εργατικού δυναμικού άγγιξαν τις 400.000, με τη συντριπτική πλειονότητα να αφορά τον πρωτογενή τομέα.
Πρωτογενής τομέας, τουρισμός και κατασκευές στο επίκεντρο
Από τις εγκρίσεις, περίπου 44.000 εργαζόμενοι προορίζονται για εξαρτημένη εργασία, σχεδόν 48.000 για εποχική απασχόληση και μόλις 2.000 για θέσεις υψηλής ειδίκευσης. Το μεγαλύτερο βάρος πέφτει στη γεωργία, την κτηνοτροφία και την αλιεία, όπου η έλλειψη εργατικών χεριών έχει εξελιχθεί σε χρόνιο πρόβλημα. Σημαντικός αριθμός μετακλητών κατευθύνεται επίσης στη μεταποίηση, τις μεταφορές και κυρίως στις κατασκευές, έναν κλάδο που εμφανίζει έντονη δραστηριότητα αλλά περιορισμένη διαθεσιμότητα εργατικού δυναμικού.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν και οι εποχικές ανάγκες του τουρισμού, με χιλιάδες θέσεις σε ξενοδοχεία, εστίαση και υπηρεσίες καθαρισμού να καλύπτονται από εργαζόμενους τρίτων χωρών. Παρ’ όλα αυτά, οι εγκρίσεις δεν επαρκούν για να καλύψουν το σύνολο των αναγκών, ειδικά σε περιόδους αιχμής.
Οι χώρες προέλευσης και οι διακρατικές συμφωνίες
Μέρος των θέσεων καλύπτεται μέσω υφιστάμενων διακρατικών συμφωνιών. Ενδεικτικά, περίπου 9.000 εργαζόμενοι αναμένεται να προέλθουν από το Μπαγκλαντές, ενώ σημαντικός αριθμός εποχικών εργατών, κυρίως για τον πρωτογενή τομέα, θα προέλθει από την Αίγυπτο. Οι συμφωνίες αυτές λειτουργούν ως βασικό εργαλείο κάλυψης αναγκών, χωρίς όμως να μπορούν να ανατρέψουν τη συνολική εικόνα έλλειψης προσωπικού.
Γεωγραφικές ανισορροπίες στην κατανομή
Η κατανομή των εγκρίσεων αναδεικνύει και έντονες περιφερειακές ανισορροπίες. Η Αττική απορροφά το μεγαλύτερο μέρος των μετακλητών εργαζομένων, κυρίως για κατασκευές, οικιακή εργασία και υπηρεσίες εστίασης. Ακολουθούν η Κεντρική Μακεδονία και η Κρήτη, με έμφαση στη γεωργία και τον τουρισμό.
Αντίθετα, σε ορισμένες περιφέρειες οι εγκρίσεις είναι ελάχιστες, γεγονός που εντείνει τα προβλήματα στελέχωσης τοπικών οικονομιών και δημιουργεί στρεβλώσεις, καθώς οι ανάγκες δεν κατανέμονται ισόρροπα με βάση τη ζήτηση.
Ένα διαρθρωτικό πρόβλημα χωρίς εύκολες λύσεις
Η εικόνα που προκύπτει είναι σαφής: το σύστημα μετακλήσεων καλύπτει μόνο ένα μέρος του προβλήματος και δεν μπορεί, από μόνο του, να απαντήσει στο διαρθρωτικό έλλειμμα εργατικού δυναμικού. Η δημογραφική γήρανση, η φυγή εργαζομένων στο εξωτερικό και η χαμηλή ελκυστικότητα ορισμένων κλάδων δημιουργούν ένα μόνιμο κενό, το οποίο πλέον απειλεί την αναπτυξιακή δυναμική της χώρας.
Χωρίς ταχύτερες διαδικασίες, ευρύτερες συμφωνίες και συνολική αναθεώρηση της πολιτικής προσέλκυσης εργαζομένων, το χάσμα μεταξύ προσφοράς και ζήτησης στην αγορά εργασίας αναμένεται να διευρυνθεί περαιτέρω.







Μ.Η.Τ. 242183