Τον τελευταίο χρόνο, η Tether –η εταιρεία πίσω από το μεγαλύτερο stablecoin παγκοσμίως– αναπτύσσει μεθοδικά και χαμηλό προφίλ μια στρατηγική που τη φέρνει στον πυρήνα της παγκόσμιας αγοράς χρυσού.
Πρόκειται για μια κίνηση που γεφυρώνει δύο διαφορετικούς κόσμους, τα κρυπτονομίσματα και το παραδοσιακό αποθεματικό μέσο, με κοινό παρονομαστή τη διάχυτη αβεβαιότητα γύρω από το δημόσιο χρέος και τη σταθερότητα των εθνικών νομισμάτων.
Στο πλαίσιο αυτό, η Tether μεταφέρει σε εβδομαδιαία βάση ποσότητες φυσικού χρυσού άνω του ενός τόνου σε θησαυροφυλάκια υψίστης ασφαλείας στην Ελβετία. Οι εγκαταστάσεις αυτές –πολλές εκ των οποίων αποτελούν κατάλοιπα της ψυχροπολεμικής περιόδου– πληρούν προδιαγραφές στρατηγικών αποθεμάτων και χρησιμοποιούνται πλέον κυρίως από θεσμικούς κατόχους πολύτιμων μετάλλων.
Στα βήματα των κεντρικών τραπεζών
Παρότι η εταιρεία παραμένει φειδωλή ως προς τη δημοσιοποίηση της εσωτερικής της λειτουργίας, είναι γνωστό ότι δύο ανώτατα στελέχη με μακρά εμπειρία στο εμπόριο χρυσού αποχώρησαν από την HSBC Holdings Plc και εντάχθηκαν στο δυναμικό της Tether το 2024.
Σε συνέντευξή του στο Bloomberg, ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, Πάουλο Αρντουίνο, περιέγραψε τη στρατηγική της Tether ως αντίστοιχη με εκείνη μιας κεντρικής τράπεζας, εκτιμώντας ότι γεωπολιτικοί αντίπαλοι των ΗΠΑ ενδέχεται να προωθήσουν στο μέλλον εναλλακτικά νομισματικά σχήματα με βάση τον χρυσό.
Όπως ανέφερε, η εταιρεία σκοπεύει να συνεχίσει να κατευθύνει σημαντικό μέρος των κερδών της σε αγορές χρυσού, ενώ ταυτόχρονα εξετάζει τη σταδιακή είσοδό της στο ίδιο το εμπόριο του μετάλλου, ανταγωνιζόμενη παραδοσιακούς τραπεζικούς κολοσσούς.
Αποθέματα 140 τόνων και επιθετικός ρυθμός αγορών
Η Tether κατέχει σήμερα περίπου 140 τόνους χρυσού, σύμφωνα με τον Αρντουίνο, ποσότητα που περιλαμβάνει τόσο ίδια αποθέματα όσο και το φυσικό μέταλλο που υποστηρίζει το χρυσό stablecoin της εταιρείας. Σε τρέχουσες τιμές, η αξία τους προσεγγίζει τα 24 δισ. δολάρια.
Μόνο το τελευταίο έτος, η εταιρεία αγόρασε περισσότερους από 70 τόνους, ξεπερνώντας –σύμφωνα με υπολογισμούς του Bloomberg– όλες τις κεντρικές τράπεζες πλην της Πολωνίας. Ο ρυθμός αγορών κυμαίνεται μεταξύ ενός και δύο τόνων την εβδομάδα, με τη διοίκηση να δηλώνει ότι η στρατηγική θα επανεξετάζεται σε τριμηνιαία βάση.
Θεσμική επίδραση σε μια αγορά υψηλής μυστικοπάθειας
Η αγορά χρυσού χαρακτηρίζεται από περιορισμένη διαφάνεια, γεγονός που δυσχεραίνει την ακριβή αποτίμηση των καθαρών ροών. Ωστόσο, το μέγεθος των γνωστοποιημένων αγορών της Tether έχει οδηγήσει αναλυτές να της αποδώσουν ρόλο στη διαμόρφωση των διεθνών τιμών.
Σύμφωνα με τη Jefferies, η Tether αποτελεί «σημαντικό νέο αγοραστή», συμβάλλοντας στη διατηρήσιμη ζήτηση που οδήγησε τον χρυσό σε ετήσια άνοδο 65%. Παρ’ όλα αυτά, το Παγκόσμιο Συμβούλιο Χρυσού υπογραμμίζει ότι η συνολική ώθηση προέρχεται κυρίως από κεντρικές τράπεζες και ETF, οι οποίες αγόρασαν συνολικά άνω των 1.500 τόνων.
Από την κατοχή στη διαπραγμάτευση
Πέρα από τη συσσώρευση, η Tether εξετάζει ενεργά τη μετάβαση σε ρόλο διαπραγματευτή φυσικού χρυσού. Αυτό συνεπάγεται άμεσο ανταγωνισμό με τις μεγάλες τράπεζες της Wall Street, όπως η JPMorgan και η HSBC, που κυριαρχούν στις αγορές φυσικού μετάλλου και παραγώγων.
Σύμφωνα με τον Αρντουίνο, η εταιρεία επιδιώκει «μακροπρόθεσμη, σταθερή πρόσβαση σε φυσικό χρυσό», διατηρώντας καθαρή long θέση, ενώ εξετάζει και στρατηγικές arbitrage μεταξύ φυσικού μετάλλου και συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης.
Χρυσός έναντι δολαρίου: στρατηγικό στοίχημα με ρίσκο
Η προσέγγιση της Tether θυμίζει εκείνη κεντρικής τράπεζας: ο χρυσός λειτουργεί ως ρευστό, μη χρεωστικό αποθεματικό περιουσιακό στοιχείο. Ωστόσο, η μετατόπιση κεφαλαίων από αμερικανικά ομόλογα σε χρυσό ενέχει κινδύνους για τη σταθερότητα του USDT.
Τον Νοέμβριο, η S&P Global Ratings υποβάθμισε το stablecoin, επικαλούμενη αυξημένη έκθεση σε περιουσιακά στοιχεία υψηλότερου κινδύνου και περιορισμένη διαφάνεια. Η Tether απαντά ότι τα αποθέματα χρυσού δηλώνονται κανονικά στις τριμηνιαίες βεβαιώσεις της BDO Italia.
Μέχρι στιγμής, πάντως, το στοίχημα έχει αποδώσει. Η στρατηγική της εταιρείας συμπίπτει με τη μεγαλύτερη άνοδο του χρυσού από τη δεκαετία του 1970, εν μέσω αυξανόμενης δυσπιστίας απέναντι στο δολάριο και το παγκόσμιο νομισματικό σύστημα.







Μ.Η.Τ. 242183