Η ΕΚΤ μπροστά σε δύσκολες αποφάσεις: Η Deutsche Bank προβλέπει αύξηση επιτοκίων κατά 50 μονάδες βάσης το καλοκαίρι του 2026
Αλλαγή πλεύσης για τη νομισματική πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας βλέπει πλέον η Deutsche Bank, η οποία αναθεωρεί επί τα χείρω τις εκτιμήσεις της για τον πληθωρισμό και την ανάπτυξη στην Ευρωζώνη μετά το νέο ενεργειακό σοκ και τις γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή.
Η γερμανική τράπεζα εκτιμά πλέον ότι η ΕΚΤ θα προχωρήσει σε δύο αυξήσεις επιτοκίων συνολικού ύψους 50 μονάδων βάσης το καλοκαίρι του 2026, οδηγώντας το βασικό επιτόκιο στο 2,50% από το 2%, επίπεδο που χαρακτηρίζει ως το ανώτερο όριο της «ουδέτερης» ζώνης.
Πρόκειται για σημαντική διαφοροποίηση σε σχέση με τις προηγούμενες προβλέψεις της Deutsche Bank, η οποία πριν από το νέο κύμα ενεργειακών πιέσεων θεωρούσε ότι η ΕΚΤ θα διατηρούσε αμετάβλητα τα επιτόκια στο 2% σε όλη τη διάρκεια του 2026, προτού προχωρήσει σε σταδιακή σύσφιξη από το 2027 και μετά.
Σύμφωνα με τη γερμανική τράπεζα, το νέο περιβάλλον υψηλότερου πληθωρισμού, αυξημένων δημοσιονομικών δαπανών και γεωπολιτικής αβεβαιότητας ωθεί πλέον την ΕΚΤ προς μια πιο «μετρημένη» αλλά σαφή περιοριστική πολιτική, χωρίς όμως να επιδιώκει επιθετική σύσφιξη που θα μπορούσε να πλήξει σοβαρά την ανάπτυξη.
Η Deutsche Bank εκτιμά ότι η ΕΚΤ θα κινηθεί με δύο αυξήσεις των 25 μονάδων βάσης τον Ιούνιο και τον Σεπτέμβριο του 2026, αν και δεν αποκλείει ακόμη και διαδοχικές κινήσεις μέσα στο καλοκαίρι, εφόσον οι πληθωριστικές πιέσεις επιμείνουν.
Ενεργειακό σοκ, Στενά του Ορμούζ και φόβοι για στασιμοπληθωρισμό
Στο επίκεντρο των νέων προβλέψεων βρίσκεται το ενεργειακό σοκ που συνδέεται με τη Μέση Ανατολή και τα Στενά του Ορμούζ, από όπου διέρχεται μεγάλο μέρος της παγκόσμιας ενεργειακής τροφοδοσίας.
Η Deutsche Bank θεωρεί ότι ακόμη και στο βασικό σενάριο, όπου τα Στενά ανοίγουν έως τα τέλη Ιουνίου, η ανάπτυξη της Ευρωζώνης για το 2026 θα επιβραδυνθεί αισθητά στο 0,5% από 1,1% που προέβλεπε προηγουμένως.
Σε δυσμενές σενάριο παρατεταμένης κρίσης και διατήρησης του αποκλεισμού έως το τέλος του καλοκαιριού, η ευρωπαϊκή οικονομία θα μπορούσε να βρεθεί ουσιαστικά σε κατάσταση ύφεσης, με μηδενική ανάπτυξη το 2026.
Παράλληλα, ο πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα κινηθεί σημαντικά υψηλότερα, φτάνοντας έως και το 3,5%-3,7%, κυρίως λόγω της ανόδου των τιμών ενέργειας, του κόστους μεταφορών και των ευρύτερων επιπτώσεων στις αλυσίδες εφοδιασμού.
Η Deutsche Bank θεωρεί ότι η ΕΚΤ δεν θα μπορέσει να αγνοήσει το νέο πληθωριστικό κύμα, ωστόσο η ασθενέστερη ανάπτυξη και οι κίνδυνοι επιβράδυνσης της αγοράς εργασίας λειτουργούν ως βασικός περιοριστικός παράγοντας απέναντι σε πιο επιθετικές αυξήσεις επιτοκίων.
Η νέα δημοσιονομική πραγματικότητα και οι πιέσεις στα κράτη της Ευρωζώνης
Η γερμανική τράπεζα επισημαίνει ότι το νέο περιβάλλον διαμορφώνεται πλέον όχι μόνο από τον πληθωρισμό αλλά και από τη μεταβολή της δημοσιονομικής εικόνας στην Ευρωζώνη.
Παρά τη σχετική σταθερότητα που εμφάνισε η αγορά κρατικού χρέους το 2025, τα δημόσια ελλείμματα και το χρέος παραμένουν πάνω από τα επίπεδα προ πανδημίας, ενώ οι ανάγκες δαπανών αυξάνονται λόγω άμυνας, στρατηγικής αυτονομίας και ενεργειακής θωράκισης.
Η Deutsche Bank προειδοποιεί ότι όσο περισσότερο διαρκεί το ενεργειακό σοκ τόσο ακριβότερη γίνεται η διαχείρισή του για τις κυβερνήσεις της Ευρωζώνης, τόσο μέσω επιδοτήσεων όσο και μέσω χαμηλότερης ανάπτυξης.
Στο πλαίσιο αυτό, αυξάνονται ήδη οι πιέσεις από ορισμένα κράτη-μέλη για χαλάρωση των δημοσιονομικών κανόνων της ΕΕ, ειδικά εάν η οικονομική επιβράδυνση εξελιχθεί σε ύφεση.
Παρά τις νέες πιέσεις, η Deutsche Bank εκτιμά ότι η ΕΚΤ θα επιλέξει τελικά μια «μετρημένη» σύσφιξη και όχι ακραία επιθετική στάση, επιχειρώντας να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη συγκράτησης του πληθωρισμού και στον κίνδυνο βαθύτερης επιβράδυνσης της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Διαβάστε επίσης: Αύξηση επιτοκίων από την ΕΚΤ: Η μεγάλη «παγίδα» για τις τράπεζες





Μ.Η.Τ. 242183