Η σύλληψη του Βενεζουελάνου προέδρου Νικολάς Μαδούρο από αμερικανικές ειδικές δυνάμεις σηματοδοτεί μια σημαντική αλλαγή στον διεθνή συσχετισμό δυνάμεων, στερώντας από τη Ρωσία έναν στρατηγικό σύμμαχο στη Λατινική Αμερική και ενισχύοντας την αμερικανική επιρροή μέσω των τεράστιων πετρελαϊκών αποθεμάτων της χώρας. Παρά την αρχική απώλεια, η Μόσχα εξετάζει πιθανές στρατηγικές ωφέλειες από την τρέχουσα αναδιάταξη σφαιρών επιρροής, όπως την προωθεί η διοίκηση Τραμπ.
Ο Βλαντιμίρ Πούτιν είχε πριν από οκτώ μήνες συμφωνήσει σε στρατηγική εταιρική σχέση με τον Μαδούρο, τον οποίο θεωρούσε «στενό φίλο και σύμμαχο». Η ταχύτητα της αμερικανικής επιχείρησης υπογράμμισε την ικανότητα των ΗΠΑ να ενεργούν αποφασιστικά στην «αυλή» τους, ενώ η Μόσχα περιορίστηκε σε δηλώσεις καταδίκης και αιτήματα διαλόγου. Ρώσοι εθνικιστές συνέκριναν την επιχείρηση με την πολυετή και αργή στρατιωτική εμπλοκή της Ρωσίας στην Ουκρανία, εκφράζοντας αμφιβολίες για τη δυνατότητα της Μόσχας να στηρίξει παρόμοιες απομακρυσμένες συμμαχίες.
Η ρωσική πλευρά θεωρεί ότι η επιχείρηση Τραμπ λειτουργεί ως εφαρμογή σύγχρονου Δόγματος Μονρόε, δηλαδή προσπάθειας αμερικανικής κυριαρχίας στο Δυτικό Ημισφαίριο. Ρώσοι πολιτικοί και αναλυτές, όπως ο Σεργκέι Μάρκοφ και ο Αλεξέι Πούσκοφ, εκτιμούν ότι η κίνηση αυτή αντανακλά την προσέγγιση των ΗΠΑ να ασκούν «δύναμη μέσω του πετρελαίου», θέτοντας παράλληλα ερωτήματα σχετικά με το διεθνές δίκαιο και την ισχύ μεγάλων δυνάμεων.
Παράλληλα, η Μόσχα αξιολογεί ότι η προσοχή των ΗΠΑ στο Δυτικό Ημισφαίριο μπορεί να μειώσει την αμερικανική παρέμβαση σε περιοχές που θεωρούνται στρατηγικής σημασίας για τη Ρωσία, όπως η Ουκρανία, η Κεντρική Ασία και ο Καύκασος. Η Ρωσία, υπό αυτό το πρίσμα, βλέπει τη διαίρεση του κόσμου σε σφαίρες επιρροής ως δυνητική ευκαιρία για ανασχεδιασμό της στρατηγικής της, έστω και μετά την απώλεια του Μαδούρο.
Ωστόσο, η ρωσική απογοήτευση είναι εμφανής. Ο Ιγκόρ Γκίρκιν επισήμανε ότι η Ρωσία δεν μπόρεσε να υποστηρίξει τη Βενεζουέλα, δεδομένου του «αιματηρού τέλματος» στην Ουκρανία και της περιορισμένης δυνατότητας επέκτασης της επιρροής της σε άλλες περιοχές. Η Rosneft είχε ήδη αποσυρθεί από τη χώρα το 2020, πωλώντας τα περιουσιακά της στοιχεία, ενισχύοντας την αίσθηση ότι η στρατηγική παρουσία της Ρωσίας στη Λατινική Αμερική είναι περιορισμένη.
Η Μόσχα παρακολουθεί με προσοχή τις εξελίξεις, εξετάζοντας πώς η αμερικανική στρατηγική στη Βενεζουέλα μπορεί να αποτελέσει παράδειγμα ή ευκαιρία για επαναπροσδιορισμό των δικών της σφαιρών επιρροής, σε συνάρτηση με την έμφαση της Ρωσίας στην Ουκρανία και την Κίνα στην Ταϊβάν. Το κεντρικό ερώτημα παραμένει: η Ρωσία θα μπορέσει να μετατρέψει την απώλεια ενός συμμάχου σε στρατηγικό πλεονέκτημα ή η εικόνα της θα πλήττεται περαιτέρω σε διεθνές επίπεδο;







Μ.Η.Τ. 242183