Η ετήσια έκθεση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ καταγράφει ότι οι αυξήσεις στους μισθούς μετά το 2019 δεν κατάφεραν να αντισταθμίσουν τις απώλειες των μνημονίων
Παρά τη βελτίωση των βασικών οικονομικών δεικτών και την επιστροφή της ελληνικής οικονομίας σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης τα τελευταία χρόνια, οι αποδοχές των εργαζομένων εξακολουθούν να απέχουν σημαντικά από τα επίπεδα που ίσχυαν πριν από την οικονομική κρίση.
Η ετήσια έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ αποτυπώνει μια πραγματικότητα που δείχνει ότι η ανάκαμψη δεν έχει μεταφραστεί σε ουσιαστική ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης των μισθωτών. Σύμφωνα με τα στοιχεία, ο πραγματικός μέσος ετήσιος μισθός –δηλαδή μετά την αφαίρεση των επιπτώσεων του πληθωρισμού– παραμένει το 2025 μειωμένος κατά 31% σε σχέση με το 2009, πριν από την έναρξη της μνημονιακής περιόδου.
Ο πραγματικός μέσος ετήσιος μισθός διαμορφώθηκε στις 14.998 ευρώ, σημειώνοντας μόλις οριακή αύξηση 1,3% σε σχέση με το 2024, εξέλιξη που, σύμφωνα με το ΙΝΕ ΓΣΕΕ, δεν αρκεί για να καλύψει τις μεγάλες απώλειες που συσσωρεύτηκαν τα προηγούμενα χρόνια.
Οι αυξήσεις στους ονομαστικούς μισθούς δεν αποκατέστησαν τις απώλειες
Η έκθεση αναγνωρίζει ότι μετά το 2019 οι ονομαστικές αποδοχές των εργαζομένων ακολουθούν ανοδική πορεία. Ωστόσο, η άνοδος αυτή δεν ήταν αρκετή ώστε να αντισταθμίσει τόσο τις μειώσεις της μνημονιακής δεκαετίας όσο και το ισχυρό κύμα πληθωρισμού που ακολούθησε.
Το 2025 ο μέσος ετήσιος ονομαστικός μισθός ανήλθε στις 18.134 ευρώ, αυξημένος κατά 3,9% σε σύγκριση με το 2024 και κατά 19,7% σε σχέση με το 2019.
Παρά την πρόοδο αυτή, οι αποδοχές εξακολουθούν να υπολείπονται κατά περίπου 12% των επιπέδων του 2009, ενώ παραμένουν ακόμη και χαμηλότερες από εκείνες του 2012, χρονιά κατά την οποία η ελληνική οικονομία βρισκόταν στο αποκορύφωμα της ύφεσης και της εφαρμογής των πολιτικών εσωτερικής υποτίμησης.
Το ΙΝΕ ΓΣΕΕ επισημαίνει ότι ακόμη και σε σύγκριση με το 2021, όταν ξεκίνησε η έντονη πληθωριστική κρίση, ο πραγματικός μέσος μισθός εμφανίζεται μειωμένος κατά 1,3%, γεγονός που καταδεικνύει πως η άνοδος των τιμών εξανέμισε σημαντικό μέρος των μισθολογικών αυξήσεων.
Μεγάλες απώλειες και στις ωριαίες αμοιβές
Η εικόνα παραμένει αρνητική και στο επίπεδο των ωρομισθίων, όπου η επίδραση του πληθωρισμού αποδεικνύεται εξίσου έντονη.
Στους κλάδους των υπηρεσιών χαμηλότερης έντασης γνώσης, το πραγματικό ωρομίσθιο εξακολουθεί να βρίσκεται περισσότερο από 31% κάτω από τα επίπεδα του 2009, ενώ ακόμη μεγαλύτερη είναι η υποχώρηση στις υπηρεσίες υψηλής έντασης γνώσης, όπου οι πραγματικές αποδοχές εμφανίζονται μειωμένες κατά 42,4%.
Στη μεταποίηση, η εικόνα είναι σχετικά καλύτερη, ιδιαίτερα στους κλάδους υψηλής και μεσαίας τεχνολογίας. Παρότι οι ονομαστικές ωριαίες αποδοχές αυξήθηκαν σημαντικά την τελευταία δεκαπενταετία, το πραγματικό ωρομίσθιο εξακολουθεί να παραμένει χαμηλότερο από τα προ κρίσης επίπεδα.
Αντίθετα, στους κλάδους χαμηλής και μεσαίας προς χαμηλή τεχνολογία οι απώλειες είναι αισθητά μεγαλύτερες, καθώς τόσο οι ονομαστικές όσο και οι πραγματικές αποδοχές υποχώρησαν σημαντικά την περίοδο 2009-2024.
Η έκθεση επισημαίνει ακόμη ότι ακόμη και κατά την περίοδο 2019-2024, όταν οι ονομαστικοί μισθοί ακολούθησαν ανοδική πορεία, οι πραγματικές ωριαίες αποδοχές συνέχισαν να μειώνονται, γεγονός που αποδίδεται κυρίως στις έντονες πληθωριστικές πιέσεις.
Ο πληθωρισμός εξακολουθεί να περιορίζει την αγοραστική δύναμη
Σύμφωνα με το ΙΝΕ ΓΣΕΕ, η επιμονή των πραγματικών μισθών σε χαμηλά επίπεδα δεν αποτελεί αποκλειστικά συνέπεια των μεγάλων περικοπών της μνημονιακής περιόδου.
Καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε και η αδυναμία των μισθολογικών αυξήσεων των τελευταίων ετών να καλύψουν την έντονη άνοδο του κόστους ζωής. Η πληθωριστική κρίση, σε συνδυασμό με την περιορισμένη αποτελεσματικότητα των μέτρων στήριξης και την απουσία ισχυρών μηχανισμών προστασίας του εισοδήματος των εργαζομένων, περιόρισε σημαντικά την πραγματική αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Όπως σημειώνει η έκθεση, το μέσο πραγματικό ωρομίσθιο στο σύνολο της οικονομίας αντιστοιχεί πλέον μόλις στο 73,5% του επιπέδου του 2009, στοιχείο που αποτυπώνει το μέγεθος των απωλειών που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι.
Το ΙΝΕ ΓΣΕΕ καταλήγει ότι, επτά χρόνια μετά την ολοκλήρωση της μνημονιακής εποπτείας, οι μισθωτοί εξακολουθούν να απέχουν σημαντικά από την αποκατάσταση των εισοδηματικών απωλειών της προηγούμενης δεκαπενταετίας. Παρά τη βελτίωση των μακροοικονομικών μεγεθών, η αγοραστική δύναμη μεγάλου μέρους των εργαζομένων παραμένει αισθητά χαμηλότερη από την προ κρίσης περίοδο, διατηρώντας στο προσκήνιο το ζήτημα της αξιοπρεπούς διαβίωσης και της πραγματικής σύγκλισης των μισθών με την οικονομική ανάπτυξη.
Διαβάστε επίσης: Έρευνα ΙΝΕ ΓΣΕΕ: Οι νέοι δουλεύουν για να ζήσουν, ενώ το 43% ζει με τους γονείς







Μ.Η.Τ. 242183