Η Jefferies βλέπει την Ελλάδα ως μία από τις ισχυρότερες οικονομίες της Ευρώπης και διατηρεί σύσταση αγοράς για τις ελληνικές τράπεζες
Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες κρίσεων, μνημονίων και δημοσιονομικών αναταράξεων, η Ελλάδα δεν προβάλλεται από τους διεθνείς επενδυτικούς οίκους ως μια οικονομία που προσπαθεί να καλύψει το χαμένο έδαφος. Αντίθετα, παρουσιάζεται ως μία από τις πιο δυναμικές ιστορίες ανάπτυξης στην Ευρώπη και ως η χώρα που προσφέρει σήμερα το πιο ελκυστικό υπόβαθρο για την περαιτέρω ενίσχυση της κερδοφορίας των τραπεζών.
Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της Jefferies, η οποία συνδέει άμεσα το θετικό επενδυτικό story των ελληνικών τραπεζών με τη θεμελιώδη μεταμόρφωση της ελληνικής οικονομίας. Ο αμερικανικός οίκος υποστηρίζει ότι οι τέσσερις συστημικές τράπεζες λειτουργούν πλέον μέσα σε ένα από τα ισχυρότερα μακροοικονομικά περιβάλλοντα της Ευρώπης, γεγονός που δημιουργεί προϋποθέσεις διατηρήσιμης ανάπτυξης, αύξησης χορηγήσεων και περαιτέρω ενίσχυσης των αποδόσεων προς τους μετόχους.
Το πλέον εντυπωσιακό στοιχείο είναι ότι παρά τη σημαντική άνοδο που έχουν καταγράψει οι τραπεζικές μετοχές τα τελευταία χρόνια, η αγορά εξακολουθεί να αποτιμά τις ελληνικές τράπεζες με περίπου 15% χαμηλότερους πολλαπλασιαστές σε σχέση με τον ευρωπαϊκό τραπεζικό κλάδο. Για τη Jefferies, αυτό το discount δεν δικαιολογείται πλέον από τα θεμελιώδη μεγέθη και αφήνει σημαντικά περιθώρια ανατίμησης.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο οίκος επαναλαμβάνει τη σύσταση «Buy» και για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες, εκτιμώντας ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να προσφέρει ένα σπάνιο μείγμα ανάπτυξης, δημοσιονομικής σταθερότητας και επενδυτικής δυναμικής.
Η οικονομία τρέχει πιο γρήγορα από την Ευρώπη και οι τράπεζες ακολουθούν
Η Ελλάδα καταγράφει πλέον πέντε συνεχόμενα χρόνια υπεραπόδοσης έναντι της Ευρωζώνης, εξέλιξη που αλλάζει σταδιακά τον τρόπο με τον οποίο την αντιμετωπίζουν οι διεθνείς επενδυτές.
Το 2025 η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε με ρυθμό 2,1%, όταν ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης περιορίστηκε στο 1,4%. Η ίδια εικόνα συνεχίστηκε και το πρώτο τρίμηνο του 2026, με την ελληνική ανάπτυξη να διαμορφώνεται στο 2%, σχεδόν τριπλάσια από το 0,7% της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Πίσω από αυτούς τους αριθμούς βρίσκεται μια βαθύτερη μεταβολή. Η Ελλάδα δεν στηρίζεται πλέον αποκλειστικά στην κατανάλωση και τον τουρισμό, αλλά σε ένα ευρύτερο επενδυτικό κύμα που τροφοδοτείται από τα ευρωπαϊκά κονδύλια, τις ιδιωτικές επενδύσεις και τη συνεχιζόμενη αναδιάρθρωση της οικονομίας.
Ακόμη πιο σημαντική είναι η θεαματική βελτίωση των δημόσιων οικονομικών. Η χώρα συγκαταλέγεται στις ελάχιστες ευρωπαϊκές οικονομίες που εμφάνισαν δημοσιονομικό πλεόνασμα το 2025, σε μια περίοδο κατά την οποία αρκετά κράτη-μέλη της Ε.Ε. επανέρχονται σε καθεστώς στενής δημοσιονομικής επιτήρησης.
Η εξέλιξη που θεωρείται ορόσημο είναι η έξοδος της Ελλάδας από το καθεστώς μακροοικονομικών ανισορροπιών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Για πρώτη φορά μετά το ξέσπασμα της κρίσης χρέους, πριν από περίπου δεκαέξι χρόνια, η χώρα παύει να θεωρείται οικονομία αυξημένου κινδύνου από τις ευρωπαϊκές αρχές.
Το μήνυμα προς τις αγορές είναι σαφές: η Ελλάδα δεν αποτελεί πλέον το πρόβλημα της Ευρώπης, αλλά ένα από τα θετικά παραδείγματα δημοσιονομικής και αναπτυξιακής προσαρμογής.
Πιστωτική έκρηξη, επενδύσεις και Ταμείο Ανάκαμψης δημιουργούν νέο κύκλο κερδοφορίας
Για τις τράπεζες, το πιο κρίσιμο στοιχείο δεν είναι μόνο η ανάπτυξη της οικονομίας αλλά η ποιότητά της. Και εδώ τα στοιχεία είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικά.
Η πιστωτική επέκταση κινείται με ρυθμούς που θυμίζουν προ κρίσης περιόδους, χωρίς όμως τα χαρακτηριστικά υπερβολικού δανεισμού του παρελθόντος. Η συνολική αύξηση των δανείων φθάνει το 8%, ενώ τα επιχειρηματικά δάνεια αυξάνονται με ρυθμό 11%, σημαντικά υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Πρόκειται για μια εξέλιξη που μεταφράζεται άμεσα σε νέα έσοδα για το τραπεζικό σύστημα, αλλά και σε ισχυρότερη σύνδεση των τραπεζών με την πραγματική οικονομία. Οι επιχειρήσεις επενδύουν, επεκτείνονται και αναζητούν νέα κεφάλαια, δημιουργώντας έναν κύκλο ανάπτυξης που τροφοδοτεί αμφίδρομα οικονομία και τράπεζες.
Παράλληλα, οι επενδύσεις αυξήθηκαν κατά 8,9% το 2025 και αναμένεται να κινηθούν με ανάλογο ρυθμό και το 2026. Παρά τη σημαντική πρόοδο, το επενδυτικό κενό έναντι της Ευρώπης παραμένει ανοιχτό, καθώς οι επενδύσεις αντιστοιχούν στο 17% του ΑΕΠ έναντι 21% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Για τη Jefferies, αυτή η απόσταση δεν αποτελεί αδυναμία αλλά ευκαιρία για περαιτέρω ανάπτυξη.
Καθοριστικός παραμένει και ο ρόλος του Ταμείου Ανάκαμψης. Παρά το γεγονός ότι το βασικό χρονοδιάγραμμα του προγράμματος ολοκληρώνεται το 2026, οι εκταμιεύσεις των δανείων αναμένεται να συνεχιστούν και τα επόμενα χρόνια, διατηρώντας υψηλή τη ζήτηση για τραπεζική χρηματοδότηση.
Από τα 18 δισ. ευρώ των διαθέσιμων δανειακών πόρων, έχουν ήδη διοχετευθεί περίπου 5,8 δισ. ευρώ στην οικονομία, ενώ παράλληλα έχουν κινητοποιηθεί σχεδόν 4 δισ. ευρώ τραπεζικής συγχρηματοδότησης. Αυτό σημαίνει ότι οι ελληνικές τράπεζες θα συνεχίσουν να βρίσκονται στο επίκεντρο της επενδυτικής δραστηριότητας και μετά το πέρας του επίσημου προγράμματος.
Για τη Jefferies, η μεγάλη εικόνα είναι ξεκάθαρη. Η Ελλάδα εισέρχεται σε μια νέα αναπτυξιακή φάση, με ισχυρά δημόσια οικονομικά, συνεχή αποκλιμάκωση του χρέους, υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από την Ευρώπη και έντονη επενδυτική δραστηριότητα. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι ελληνικές τράπεζες δεν αποτελούν πλέον ένα στοίχημα ανάκαμψης, αλλά μια επενδυτική επιλογή που στηρίζεται σε ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη και σε μια οικονομία που αλλάζει επίπεδο.
Διαβάστε επίσης: Jefferies: Ισχυρό upside για την Πειραιώς – Βλέπει άνοδο 29% για τη μετοχή






Μ.Η.Τ. 242183