Έκθεση-προειδοποίηση: Πληθωρισμός στο 3,1% και ανάπτυξη υπό πίεση το 2026 – Απόλυτη προτεραιότητα η μείωση του δημόσιου χρέους
Σαφές μήνυμα ανησυχίας για την πορεία της ελληνικής οικονομίας εκπέμπει η τελευταία τριμηνιαία έκθεση του Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, η οποία καταγράφει επιδείνωση των βασικών μακροοικονομικών προοπτικών, με αιχμή τον πληθωρισμό και την ανάπτυξη.
Η νέα γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή και η αναζωπύρωση της ενεργειακής κρίσης επαναφέρουν πιέσεις που θεωρούνταν υπό έλεγχο, μεταβάλλοντας τις εκτιμήσεις για το 2026. Το βασικό σενάριο πλέον «κουρεύεται» οριακά, με την ανάπτυξη να υποχωρεί στο 2,0% και το εύρος πρόβλεψης να ανοίγει επικίνδυνα μεταξύ 1,7% και 2,4%, ανάλογα με την πορεία των τιμών ενέργειας και τη στάση της νομισματικής πολιτικής.
Το κρίσιμο στοιχείο, ωστόσο, είναι αλλού: ακόμη και με τα νέα μέτρα στήριξης ύψους 300 εκατ. ευρώ, η απώλεια δυναμικής της οικονομίας δεν αποφεύγεται. Η υστέρηση της ανάπτυξης μπορεί να περιορίζεται στα 0,2 ποσοστιαία σημεία, αλλά αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι το εξωτερικό περιβάλλον γίνεται πιο εχθρικό και λιγότερο προβλέψιμο.
Πληθωρισμός εκτός τροχιάς και «κόκκινη γραμμή» η ανταγωνιστικότητα
Η πιο ανησυχητική διάσταση της έκθεσης αφορά την πορεία των τιμών. Ο πληθωρισμός έχει ήδη σκαρφαλώσει στο 3,1%, σημαντικά υψηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, και -όπως επισημαίνεται με έμφαση- ο κίνδυνος κινείται αποκλειστικά ανοδικά.
Πρόκειται για εξέλιξη που διαβρώνει την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, με άμεσο αποτύπωμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο μπορεί να βελτιώθηκε στο 5,7% του ΑΕΠ, αλλά παραμένει σε επίπεδα που δεν επιτρέπουν εφησυχασμό.
Σε αυτό το περιβάλλον, ο Ιωάννης Τσουκαλάς θέτει ευθέως θέμα παρέμβασης στην αγορά, ακόμη και με αξιοποίηση τεχνητής νοημοσύνης για τον εντοπισμό φαινομένων αισχροκέρδειας. Η ανάγκη για ψηφιακή εποπτεία σε όλη την εφοδιαστική αλυσίδα δεν παρουσιάζεται ως τεχνολογική επιλογή, αλλά ως αναγκαστική άμυνα απέναντι σε πληθωριστικές πιέσεις που απειλούν να παγιωθούν.
Το σενάριο περαιτέρω ανόδου του πετρελαίου στα 100 δολάρια ανά βαρέλι, σε συνδυασμό με πιθανή αυστηροποίηση της πολιτικής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, σκιαγραφεί μια ιδιαίτερα δύσκολη εξίσωση: χαμηλότερη ανάπτυξη με υψηλότερο κόστος χρήματος και επίμονα αυξημένες τιμές.
Δημοσιονομική αντοχή με «υποσημείωση» το χρέος και τις επιχειρήσεις
Παρά το επιβαρυμένο διεθνές περιβάλλον, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να εμφανίζει ισχυρά «μαξιλάρια». Η ανάπτυξη του 2025 κινήθηκε στο 2,1%, υπερβαίνοντας σαφώς την Ευρωζώνη, με κινητήριους μοχλούς την κατανάλωση, τις εξαγωγές και –κυρίως– τις επενδύσεις, οι οποίες κατέγραψαν άνοδο σχεδόν 9%.
Η αγορά εργασίας συνεχίζει επίσης να βελτιώνεται, με την ανεργία να υποχωρεί στο 8,4% και την απασχόληση να αυξάνεται σημαντικά, γεγονός που λειτουργεί ως σταθεροποιητικός παράγοντας για την οικονομία.
Ιδιαίτερα ισχυρή είναι και η δημοσιονομική εικόνα, με πρωτογενές πλεόνασμα 5,1% του ΑΕΠ σε ταμειακή βάση και εκτίμηση για 4,5% σε όρους ESA, επίπεδα που υπερβαίνουν τις αρχικές προβλέψεις του προϋπολογισμού. Η αύξηση των φορολογικών εσόδων αποδεικνύεται καθοριστική για τη διατήρηση της δημοσιονομικής ισορροπίας.
Ωστόσο, πίσω από τα θετικά μεγέθη, το Γραφείο επαναφέρει με έντονο τρόπο την πιο κρίσιμη παράμετρο: το δημόσιο χρέος. Η Ελλάδα, ως η πιο επιβαρυμένη χώρα της Ευρωζώνης, παραμένει εκτεθειμένη σε κάθε διεθνή αναταραχή, με τις αγορές να αντιδρούν άμεσα μέσω των spreads και των αποδόσεων των ομολόγων.
Η σύσταση είναι σαφής και επαναλαμβάνεται για τρίτη συνεχόμενη έκθεση: η σταθερή και διατηρήσιμη αποκλιμάκωση του χρέους δεν είναι επιλογή, αλλά αναγκαία συνθήκη για τη διατήρηση της εμπιστοσύνης και της πρόσβασης σε φθηνή χρηματοδότηση.
Στο ίδιο πλαίσιο, η ειδική ανάλυση για τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων αποκαλύπτει ένα δομικό πρόβλημα που παραμένει άλυτο. Παρά τη σύγκλιση των επιτοκίων, οι ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν υψηλότερα ποσοστά απόρριψης δανείων και αυξημένα εμπόδια πρόσβασης σε κεφάλαια.
Οι αιτίες είναι γνωστές αλλά επίμονες: Μικρό μέγεθος, αδύναμη κεφαλαιακή βάση, επιβαρυμένο πιστωτικό προφίλ και περιορισμένη διάθεση ανάληψης κινδύνου από τις τράπεζες. Η λύση, σύμφωνα με την έκθεση, περνά μέσα από ενίσχυση του ανταγωνισμού στο τραπεζικό σύστημα και ανάπτυξη εναλλακτικών πηγών χρηματοδότησης.
Το συνολικό συμπέρασμα είναι ότι η ελληνική οικονομία διατηρεί αντοχές, αλλά κινείται πλέον σε πιο στενό διάδρομο. Και σε αυτόν τον διάδρομο, το περιθώριο λάθους γίνεται ολοένα και μικρότερο.
Διαβάστε επίσης: Στουρνάρας: Πιο δύσκολη η νέα κρίση από το 2021-2022 – Ο πληθωρισμός επιστρέφει με… «μνήμη»






Μ.Η.Τ. 242183