Η πρόεδρος της ΕΚΤ εκτιμά ότι οι πληθωριστικές προσδοκίες παραμένουν αγκυροβολημένες, ενώ οι αγορές συνεχίζουν να προεξοφλούν μία ακόμη αύξηση επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης.
Καθησυχαστικό μήνυμα προς τις αγορές έστειλε η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), Κριστίν Λαγκάρντ, υποστηρίζοντας ότι η τρέχουσα γεωπολιτική αστάθεια στη Μέση Ανατολή δεν δικαιολογεί, επί του παρόντος, μια πιο επιθετική αντίδραση της νομισματικής πολιτικής. Σύμφωνα με την ίδια, οι μεσοπρόθεσμες προοπτικές του πληθωρισμού παραμένουν συμβατές με την επιστροφή στον στόχο του 2%.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν διαπιστώνει προς το παρόν ενδείξεις που να επιβάλλουν αυστηρότερη νομισματική παρέμβαση εξαιτίας των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή, δήλωσε η πρόεδρός της, Κριστίν Λαγκάρντ, κατά την τοποθέτησή της ενώπιον της Επιτροπής Οικονομικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις Βρυξέλλες.
Όπως μετέδωσε το Bloomberg, η επικεφαλής της ΕΚΤ τόνισε ότι οι πληθωριστικές προσδοκίες των νοικοκυριών παραμένουν σταθερές και δεν υποδεικνύουν ότι οι τρέχουσες πιέσεις στις τιμές θα αποκτήσουν μόνιμα χαρακτηριστικά. Το στοιχείο αυτό ενισχύει την εκτίμηση της Φρανκφούρτης ότι ο πληθωρισμός θα αποκλιμακωθεί σταδιακά προς τον συμμετρικό στόχο του 2%, παρά το γεγονός ότι εξακολουθεί να κινείται πάνω από το 3%.
«Δεν παρατηρούμε ακόμη ενδείξεις αποσταθεροποίησης των πληθωριστικών προσδοκιών ούτε δευτερογενείς επιδράσεις που να δικαιολογούν μια πιο δυναμική αντίδραση της νομισματικής πολιτικής σε αυτή τη φάση», σημείωσε χαρακτηριστικά η Λαγκάρντ.
Οι αγορές προεξοφλούν νέα αύξηση επιτοκίων
Οι δηλώσεις της προέδρου της ΕΚΤ έρχονται σε μια περίοδο κατά την οποία οι επενδυτές επαναξιολογούν τη μελλοντική πορεία των ευρωπαϊκών επιτοκίων. Παρά την πρόσφατη αύξηση των βασικών επιτοκίων από την κεντρική τράπεζα, οι χρηματοπιστωτικές αγορές εξακολουθούν να ενσωματώνουν στις αποτιμήσεις τους την πιθανότητα μιας ακόμη αύξησης κατά 25 μονάδες βάσης τους επόμενους μήνες.
Η επιφυλακτικότητα αυτή συνδέεται κυρίως με τη διατήρηση των υποκείμενων πληθωριστικών πιέσεων στην οικονομία της Ευρωζώνης, καθώς η άνοδος των τιμών δεν περιορίζεται πλέον στον ενεργειακό τομέα αλλά επεκτείνεται και σε ευρύτερες κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών.
Μετά τις δηλώσεις της Λαγκάρντ, οι αγορές χρήματος περιόρισαν ελαφρώς τις προσδοκίες για περαιτέρω σύσφιγξη της νομισματικής πολιτικής. Παράλληλα, καταγράφηκε άνοδος στις τιμές των κρατικών ομολόγων, με την απόδοση του διετούς γερμανικού τίτλου να υποχωρεί κατά περίπου έξι μονάδες βάσης, στο 2,59%.
Στο μικροσκόπιο ο δομικός πληθωρισμός
Παρότι η αποκλιμάκωση των τιμών της ενέργειας λειτουργεί υποστηρικτικά για τον γενικό δείκτη τιμών καταναλωτή, η ΕΚΤ εξακολουθεί να παρακολουθεί στενά τον δομικό πληθωρισμό, ο οποίος εξαιρεί τις ευμετάβλητες κατηγορίες της ενέργειας και των τροφίμων.
Τα τελευταία στοιχεία έδειξαν ότι ο δομικός πληθωρισμός στην Ευρωζώνη διαμορφώθηκε τον Μάιο στο 2,6%, υψηλότερα από τις αρχικές εκτιμήσεις και αισθητά αυξημένος σε σχέση με το 2,2% του Απριλίου. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει τις ανησυχίες ότι οι πληθωριστικές πιέσεις εξακολουθούν να διαχέονται στην πραγματική οικονομία.
Παράλληλα, μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ υπογραμμίζουν την ανάγκη στενής παρακολούθησης των μισθολογικών εξελίξεων, προκειμένου να αποφευχθεί ένας δευτερογενής κύκλος αυξήσεων μισθών και τιμών που θα μπορούσε να καθυστερήσει την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού.
Εύθραυστη η γεωπολιτική ισορροπία
Αναφερόμενη στις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, η Λαγκάρντ χαιρέτισε τη διπλωματική πρόοδο που έχει καταγραφεί το τελευταίο διάστημα, επισημαίνοντας ωστόσο ότι το γεωπολιτικό περιβάλλον παραμένει εξαιρετικά εύθραυστο και δυνητικά πηγή νέων πληθωριστικών κινδύνων, κυρίως μέσω των διεθνών ενεργειακών αγορών.
Ενδεικτικό της αποκλιμάκωσης των ανησυχιών ήταν το γεγονός ότι οι τιμές του πετρελαίου υποχώρησαν κάτω από τα 80 δολάρια ανά βαρέλι, καθώς οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης δημιούργησαν προσδοκίες για περαιτέρω σταθεροποίηση της περιοχής.
Ωστόσο, η ΕΚΤ διατηρεί στάση αυξημένης επαγρύπνησης, επιμένοντας ότι οι επόμενες αποφάσεις για τα επιτόκια θα εξακολουθήσουν να εξαρτώνται από τα εισερχόμενα μακροοικονομικά δεδομένα, τις προοπτικές του πληθωρισμού και τη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής στην πραγματική οικονομία.







Μ.Η.Τ. 242183