Moody’s: Στις 14 Μαρτίου, έγινε ο τελευταίος οίκος αξιολόγησης που ανέβασε τη χώρα μας από Ba1 σε Baa3, σημειοδοτώντας την επίτευξη του μεγαλύτερου οικονομικού στοιχήματος των τελευταίων ετών.
Η Moody’s αλλάζει το ελληνικό «αφήγημα» στα διεθνή ΜΜΕ: FT, Bloomberg και Reuters δίνουν το στίγμα
Η ατζέντα των ελληνικών τραπεζών
H αναβάθμιση του ελληνικού αξιόχρεου από τον διεθνή οίκο Moody’s αντικατοπτρίζει και το ιδιαίτερα ικανοποιητικό προφίλ των τραπεζών.
«Η υγεία του τραπεζικού τομέα συνεχίζει να βελτιώνεται, γεγονός που περιορίζει τον κίνδυνο ενός πιστωτικού γεγονότος στον τραπεζικό τομέα που θα μπορούσε να έχει αρνητική επίδραση στο πιστοληπτικό προφίλ της χώρας», αναφέρει μεταξύ άλλων η Moody’s στην έκθεσή της συμπληρώνοντας πως βελτίωση σημειώνουν και οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας λόγω της ισχυρής οργανικής δημιουργίας κεφαλαίου, παρά τις πληρωμές των μερισμάτων για τη χρήση 2024 και 2025. Παράλληλα, σημειώνεται και η βελτίωση στην ποιότητα του κεφαλαίου κυρίως λόγω της νωρίτερης από το αναμενόμενο απόσβεσης του DTC.
Oι ελληνικές τράπεζες θα προσπαθήσουν να πείσουν πως τα κέρδη τους θα παραμείνουν ισχυρά την περίοδο 2025 και 2026, λόγω της πιστωτικής επέκτασης και στον ιδιωτικό τομέα και τη συνέχιση του εξορθολογισμού της βάσης κόστους των τραπεζών.
Σημαντικό κομμάτια της συζήτησης θα αποτελέσουν οι γεωπολιτικές εξελίξεις και πως αυτές επηρεάζουν κάθε τραπεζικό σύστημα χωριστά στις χώρες της Ε.Ε.
Η μεγάλη βελτίωση των NPEs των πιστωτικών ιδρυμάτων, οι ισχυρές διανομές κεφαλαίων αλλά και οι εξελίξεις ανά τράπεζα (Πειραιώς Εθνική – Ασφαλιστική, Eurobank- Ελληνική, Alpha Bank AstroBank κοκ) θα είναι μερικά από τα θέματα που θα απασχολήσουν το συνέδριο.
Ποιοι θα πάνε στο Λονδίνο
Aπό σήμερα θα βρίσκεται στο Λονδίνο το επιτελείο της Τράπεζας Πειραιώς, το οποίο θα συναντήσει αναλυτές προκειμένου να εξηγήσει τα σχέδιά της τράπεζας και το επιχειρησιακό πλάνο για την Εθνική Ασφαλιστική, ενώ στη συνέχεια θα μιλήσει με αναλυτές στο road show της MS μεταξύ 18 και 20 Μαρτίου.
Και οι άλλες τρεις συστημικές τράπεζες Alpha Bank, Eurobank Εθνική Τράπεζα, καθώς και η Τράπεζα Κύπρου θα βρίσκονται στο συγκεκριμένο road show σε ανώτατη εκπροσώπηση, ενώ θα συμμετέχουν και οι μεγαλύτερες τράπεζες και ασφαλιστικές εταιρίες της Ευρώπης.
Ενδεικτικά αναφέρονται οι Commerzbank , Credit Agricole, Deutsche Borse, Erste Group, HSBC, ING Groep, Intesa SanPaolo, Munich Re, Natwest, Societe Generale, Unicredit, Santander, UBS LSE, Euronext, SoGen, Alliance κλπ.
Ποιους θα συναντήσουν
Αναλυτές, funds και εκπροσώπους από τους μεγαλύτερους χρηματοοικονομικούς οίκους που διαχειρίζονται προϋπολογισμούς δισεκατομμυρίων δολαρίων πρόκειται να συναντήσουν οι ελληνικές τράπεζες. Θα διεξάγουν συζητήσεις για τις χρηματοοικονομικές εξελίξεις στη χώρα μας, για το πως οι γεωπολιτικές εξελίξεις μας επηρεάζουν, όπως και για τα δυνατά και αδύναμα σημεία της πορείας της προσεχούς τριετίας, από το 2025 έως και το 2027.
Μεταξύ άλλων οι ελληνικές τράπεζες θα έχουν συνομιλίες με τη Lazard Asset Μanagement, την Franklin Templeton, τη JP Morgan, τη Morgan Stanley, την Alliance, την Soros Fund Management, τη Millenium και άλλους.
Μερικά από τα πιο μεγάλα ονόματα του χρηματοοικονομικού jet set θα αναλύσουν, κατά τη διάρκεια του διημέρου, τις γεωπολιτικές εξελίξεις σε Αμερική και Ευρώπη, θα εκθέσουν την άποψή τους για τα κρίσιμα θέματα που έχουν να αντιμετωπίσουν οι τράπεζες, οι ασφαλιστικές εταιρίες για τα μεγάλα χρηματιστήρια.
Ιδιαίτερη αξία έχουν οι ομιλίες των Αλβάρο Σεράνο, επικεφαλής αναλυτή της Morgan Stanley για τις ευρωπαϊκές τράπεζες, Κλερ Γούντμαν, επικεφαλής της Morgan Stanley για τις τράπεζες της Ευρώπης, Μέσης Ανατολής, Αφρικής, Λατινικής Αμερικής και Καναδά και συγχρόνως CEO της Morgan Stanley & Co International. Στα διάφορα panel ξεχωρίζουν υψηλόβαθμα στελέχη από την HSBC, την Barclays, Swiss Re, Unicredit που εκπροσπωπείται από τον CEO Andrea Orcel.
Τα ομόλογα των ελληνικών τραπεζών
Από την αρχή του έτους 2024, λέει η ΤτΕ, «οι συστημικές ελληνικές τράπεζες έχουν εκδώσει ομόλογα υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας με μεσοσταθμική απόδοση 4,3% και χαμηλής εξοφλητικής προτεραιότητας με μεσοσταθμική απόδοση 6,2%, δηλαδή περίπου 240 και 350 μονάδες βάσης, χαμηλότερα από τα ομόλογα αντίστοιχης εξοφλητικής προτεραιότητας το προηγούμενο έτος.
Το 2024, οι τράπεζες εξέδωσαν ομόλογα αξίας 5 δισ. ευρώ και πρόσφατα το Φεβρουάριο η Eurobank εξέδωσε, στις 11ετές ομόλογο 11ετούς διάρκειας 350 εκατ. ευρώ, με δυνατότητα ανάκλησης σε 10 χρόνια με κουπόνι 4%.
Συνολικά έχουν εκδώσει ομόλογα αξίας περίπου 20,7 δισ. ευρώ από το 2018», σύμφωνα με την ΤτΕ. Το υφιστάμενο υπόλοιπο των δανείων αυτών είναι περίπου 17,8 δισ. ευρώ. Τα 11,6 δισ. ευρώ έχουν αντληθεί με εκδόσεις ομολόγων senior και τα 6,2 δισ. ευρώ με την έκδοση τίτλων χαμηλής εξοφλητικής προτεραιότητας (subordinated).
Θα κάνουν επανεκδόσεις
Η ΤτΕ προβλέπει προσφορές για ανταλλαγή ομολόγων των τραπεζών. Θα τα επαναγοράζουν λίγο πριν τη λήξη τους και θα εκδίδουν άλλα με φθηνότερα επιτόκια για να μειώνουν το κόστος χρηματοδότησής τους.
«Η έκδοση νέων τίτλων με σχετικά χαμηλότερο κόστος δανεισμού επιτρέπει επίσης την αποπληρωμή ομολόγων που έχουν εκδοθεί με υψηλότερο κόστος, συμβάλλοντας έτσι στη βελτίωση των καθαρών επιτοκιακών εσόδων των τραπεζών, χωρίς να επιβαρύνεται το κόστος δανεισμού της πραγματικής οικονομίας.
Καθώς οι αξιολογήσεις των ελληνικών τραπεζών από τους οίκους βρίσκονται πλέον στον προθάλαμο της επενδυτικής κατηγορίας, με θετικές προοπτικές, η τάση μείωσης των αποδόσεων των τραπεζικών ομολόγων αναμένεται να συνεχιστεί, αποφέροντας σημαντικά οικονομικά οφέλη από την ελάφρυνση του κόστους χρηματοδότησης, αλλά και την αύξηση του επενδυτικού ενδιαφέροντος σε συνθήκες σύγκλισης με τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά ομόλογα», λέει η ΤτΕ.
Η τάση αυτή, έχει συνεχιστεί φέτος πριν την αναβάθμιση της Moody’s. Στο δεύτερο δεκαπενθήμερο του Φεβρουαρίου, το μέσο επιτόκιο (αποδόσεις) των ελληνικών τραπεζικών ομολόγων στη δευτερογενή αγορά σύμφωνα με συγκεντρωτικά στοιχεία του LSEG, μειώθηκαν κατά 1ο μονάδες βάσης. Στα senior ομόλογα η απόδοση υποχώρησε στο 3,25% από 3,36% και στα subordinated ομόλογα υποχώρησε σε 3,40% από 3,49%, σε σχέση με τις αποδόσεις την 1η Φεβρουαρίου.
Η Moody’s αναφέρει τρεις κεντρικούς λόγους που την οδήγησαν σε αυτή τη σημαντική κίνηση αξιολόγησης που ανέβασε τη χώρα μας :
(α) Βελτίωση στα δημόσια οικονομικά:
Στην επίσημη αναφορά αναφέρουν ότι τα δημόσια έσοδα ξεπέρασαν τις αρχικές προσδοκίες. Δύο γεγονότα το επιβεβαιώνουν: η ενίσχυση των φορολογικών εσόδων μέσω ψηφιακών μεταρρυθμίσεων (μείωση φοροδιαφυγής και αποφυγής ΦΠΑ) και η διατήρηση της δημοσιονομικής «πειθαρχίας», με τη χώρα να επιτυγχάνει πρωτογενή πλεονάσματα γύρω στο 2-2,5% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα. Σημαντικό είναι ότι, μέχρι το τέλος του 2024, η Ελλάδα αποπλήρωσε πρόωρα 7,9 δισ. ευρώ από το διακρατικό της δάνειο (Greek Loan Facility), προαναγγέλλοντας άλλο 1 γύρο πρόωρης εξόφλησης 5 δισ. για το 2025. Όλα αυτά ρίχνουν το λόγο χρέους/ΑΕΠ σε ~156% (2024) και σε ~148% (2025). Για ένα κράτος που έφτασε στο 200% χρέους/ΑΕΠ εν μέσω κρίσης, πρόκειται για σημαντική υποχώρηση.
(β) Καλύτερες τράπεζες:
Η Moody’s επισημαίνει ότι η μεγάλη «διαρροή» των κόκκινων δανείων από τους τραπεζικούς ισολογισμούς μέσω πωλήσεων και τιτλοποιήσεων (σχέδιο Ηρακλής) βελτίωσε την υγεία του τραπεζικού συστήματος. Αν και το 2.9% των NPL (μη εξυπηρετούμενων δάνειων) παραμένει πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, απέχουμε έτη φωτός από το παλιό εφιαλτικό 45%+. Αυτό σημαίνει λιγότερο ρίσκο για το Δημόσιο, που δε φοβάται νέο γύρο «τραπεζικής» διάσωσης και μεγαλύτερη υγεία για τις τράπεζές μας, που ιδανικά αποτελούν τα γρανάζια της οικονομικής ανάπτυξης και των επενδύσεων.
(γ) Πιο στιβαρός θεσμικός κορμός:
Η χώρα δε βρίσκεται πλέον υπό Ενισχυμένη Εποπτεία παρότι, βέβαια, φέρει ακόμα αρκετές από τις πληγές του παρελθόντος με μέρος των θεσμικών αδυναμιών του. Ωστόσο, στη Moody’s βλέπουν «σταθερό πολιτικό περιβάλλον» και επέκταση μεταρρυθμίσεων χάρη στη δυναμική του Ταμείου Ανάκαμψης (RRF). Αν και προειδοποιούν ότι η ολοκλήρωση μεγάλων διαρθρωτικών αλλαγών θα αργήσει, θεωρούν ότι οι σημερινοί ρυθμοί μετασχηματισμού αρκούν ώστε να στηρίξουν το «καλό» σενάριο.
Το άμεσο πρακτικό όφελος είναι η πτώση του κόστους δανεισμού. Με την Ελλάδα πλέον πλήρως ενταγμένη στην επενδυτική βαθμίδα, οι επενδυτές βλέπουν λιγότερο ρίσκο στα ομόλογα. Αυτό μεταφράζεται σε χαμηλότερα επιτόκια—καλύτερες συνθήκες έκδοσης χρέους για το κράτος και, αναλογικά, για τον ιδιωτικό τομέα. Οι τράπεζες μπορούν να δανείζονται φθηνότερα και, δυνητικά, να μεταφέρουν αυτό το όφελος σε επιτόκια επιχειρηματικών και στεγαστικών δανείων. Το να είσαι «Baa3» ανοίγει την πόρτα σε επενδυτικά κεφάλαια-πολλά εκ των οποίων δεν επιτρεπόταν να αγοράσουν ομόλογα «κάτω από την επενδυτική βαθμίδα».
Για τον μέσο εργαζόμενο, όλα αυτά σηματοδοτούν μια πιο «υγιή» ελληνική οικονομία με μεγαλύτερη σταθερότητα: εταιρείες που έχουν πρόσβαση σε φθηνό χρήμα είναι πιθανότερο να επεκταθούν ή να αναβαθμιστούν, πιο δραστήριες τράπεζες που δε «τρεκλίζουν» σε κάθε κρίση, μεταφράζονται σε περισσότερα επιχειρηματικά πλάνα με πρόσβαση σε κεφάλαια και καλύτεροι όροι δανεισμού για τους δανειολήπτες. Φυσικά, η επενδυτική βαθμίδα δεν είναι η θεραπεία για κάθε ασθένεια της οικονομίας. Δε θα εξαφανίσει την ακρίβεια ή την ανεργία ως δια μαγείας, αλλά ίσως μας απαλλάξει από τις ξαφνικές «τραπεζικές αναταράξεις» του παρελθόντος.
Παρά τη θετική αξιολόγηση, η Moody’s τονίζει πως το χρέος μας, αν και πέφτει, παραμένει από τα πιο υψηλά στον κόσμο. Επιπλέον, οι δομικές αδυναμίες (υψηλή ανεργία, χαμηλή ανταγωνιστικότητα, προβληματική Δικαιοσύνη) δεν εξαφανίζονται εν μια νυκτί. Αν η κυβέρνηση αδρανήσει, ή ακόμα χειρότερα επικρατήσει ο ανερχόμενος λαϊκισμός της αντιπολίτευσης, υπάρχει ο φόβος να επιστρέψουμε σε δημοσιονομικές χαλαρώσεις που θα «κάψουν» τη φήμη μας για ακόμα μια φορά. Αυτό σημαίνει ότι η πολιτική βούληση πρέπει να παραμείνει ισχυρή: περαιτέρω μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης, και αναπτυξιακές πολιτικές δεν είναι απλώς «ευρωπαϊκές επιταγές» αλλά όπλα για να ανέβουμε και το επόμενο σκαλοπάτι στις αξιολογήσεις.
Η αναβάθμιση από τη Moody’s αναμφισβήτητα αποτελεί ψήφο εμπιστοσύνης στην Ελλάδα. Δεν είναι όμως «κάρτα ελευθέρας» για επιστροφή σε παλιές πρακτικές. Στην πράξη, μάς δίνει χρόνο και φθηνότερη πρόσβαση σε χρήμα για επενδύσεις-αλλά υπό όρους: διατήρηση αυστηρών πλεονασμάτων, ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις, ολοκλήρωση των δικαστικών και διοικητικών βελτιώσεων, κι απελευθέρωση της αγοράς από ό,τι πνίγει την παραγωγικότητα. Για τον μέσο πολίτη, σημαίνει πιθανόν δάνεια με χαμηλότερα επιτόκια, άνοδο σε ιδιωτικές επενδύσεις, και -αν όλα πάνε καλά- περισσότερες ευκαιρίες εργασίας. Είμαστε, λοιπόν, μπροστά σ’ ένα κρίσιμο σταυροδρόμι: είτε αξιοποιούμε αυτήν την άνοδο για να διορθώσουμε, επιτέλους, τις διαχρονικές αδυναμίες μας, είτε αφήνουμε το momentum ανεκμετάλλευτο, ρισκάροντας μια υποβάθμιση στο μέλλον.





Μ.Η.Τ. 242183