Της Μαρίας Αναστασιάδη
Η διαχείριση των δανείων τύπου step up εξελίσσεται σε μια από τις βασικές προκλήσεις για τις τράπεζες, καθώς περίπου 500 εκατ. ευρώ από αυτά έχουν χαρακτηριστεί από τον SSM ως δάνεια σταδίου 3, δηλαδή μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα (NPEs). Παρά τις λογιστικές παρεμβάσεις που εφαρμόζουν τα πιστωτικά ιδρύματα, το πρόβλημα παραμένει ενεργό και εκτιμάται ότι μπορεί να ενταθεί έως το τέλος του 2026.
Τα συγκεκριμένα δάνεια αφορούν περιπτώσεις όπου οι τράπεζες προχώρησαν στη μετατροπή τους από step up σε κανονικά τοκοχρεωλυτικά. Ωστόσο, επειδή οι αλλαγές αυτές θεωρούνται νέα μορφή ρύθμισης, ο SSM απαίτησε από τις τράπεζες να εξετάσουν αν οι δανειολήπτες θα μπορέσουν μακροπρόθεσμα να ανταποκριθούν στις αυξημένες δόσεις που προκύπτουν μετά τη μετατροπή. Η σχετική αξιολόγηση αποτελεί τυπική διαδικασία σε κάθε νέα ρύθμιση, ακόμη κι αν μέχρι στιγμής τα δάνεια εξυπηρετούνται χωρίς καθυστερήσεις.
Σύμφωνα με τα οικονομικά αποτελέσματα των τραπεζών, τα δάνεια που μεταφέρθηκαν στο στάδιο 3 μετά την παραπάνω αξιολόγηση ανήλθαν σε 219 εκατ. ευρώ για την Alpha Bank, 147 εκατ. ευρώ για την Τράπεζα Πειραιώς και 127 εκατ. ευρώ για την Eurobank.
Εφόσον τα συγκεκριμένα δάνεια συνεχίσουν να αποπληρώνονται κανονικά κατά τη διάρκεια του επόμενου έτους, θα επανέλθουν στο στάδιο 2, ενώ δύο χρόνια αργότερα θα μπορούν να καταταχθούν εκ νέου στο στάδιο 1.
Παρά ταύτα, τα συγκεκριμένα ποσά αποτελούν μόνο μέρος του συνολικού όγκου των step up δανείων που καλούνται να μετατραπούν σε τοκοχρεωλυτικά. Μαζί με τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο αντίστοιχης μορφής, το συνολικό ύψος τους υπολογίζεται περίπου στα 5 δισ. ευρώ. Οι εκτιμήσεις αναφέρουν ότι έως το τέλος του 2026 περίπου το 70% αυτών θα έχει ήδη ρυθμιστεί με νέα μορφή αποπληρωμής.
Όσα δάνεια δεν καταφέρουν να μετατραπούν σε τοκοχρεωλυτικά, αλλά και όσα αποτύχουν να περάσουν επιτυχώς την αξιολόγηση βιωσιμότητας, ενδέχεται να αυξήσουν ξανά το απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων. Για τον λόγο αυτό, οι τράπεζες εξετάζουν πιθανές λύσεις όπως η πώληση ή ακόμη και η τιτλοποίηση μέρους αυτών των χαρτοφυλακίων, προκειμένου να περιορίσουν την επιβάρυνση στους ισολογισμούς τους.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, εκτιμάται ότι όσοι δανειολήπτες επιθυμούν να διατηρήσουν το ακίνητό τους και να συνεχίσουν την εξυπηρέτηση του δανείου τους, ίσως έχουν λόγο να εξετάσουν τη μετάβαση των δανείων τους σε πλήρως τοκοχρεωλυτικό μοντέλο. Η βασική ανησυχία των τραπεζών είναι η πιθανότητα δημιουργίας νέας γενιάς «κόκκινων» δανείων, ακόμη και από ήδη ρυθμισμένες οφειλές, ιδιαίτερα όταν οι νέες δόσεις είναι υψηλότερες από τις προηγούμενες.







Μ.Η.Τ. 242183