Από τα μπισκότα στους ξηρούς καρπούς: Το ελληνικό success story στη μεγαλύτερη αγορά της Ευρώπης – Άλμα 13,2% στις εξαγωγές
Η Γερμανία εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες για τις ελληνικές εξαγωγές τροφίμων, επιβεβαιώνοντας τον ρόλο της ως στρατηγικής αγοράς για τα ζαχαρώδη προϊόντα, τα σνακ και τα αρτοσκευάσματα ελληνικής παραγωγής. Παρά τις προκλήσεις που καταγράφονται σε ορισμένες κατηγορίες, η συνολική εικόνα παραμένει θετική, με τα ελληνικά προϊόντα να διατηρούν ισχυρή παρουσία στα ράφια της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρώπης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία μελέτης του Γραφείου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων της Ελλάδας στο Ντίσελντορφ, οι ελληνικές εξαγωγές ζαχαρωδών προϊόντων και σνακ προς τη Γερμανία ανήλθαν το 2025 σε 62,37 εκατ. ευρώ, με τον όγκο των εξαγωγών να φθάνει τους 17,96 χιλιάδες τόνους.
Παρότι η συνολική αξία των εξαγωγών κατέγραψε υποχώρηση κατά 4,9% σε σχέση με το προηγούμενο έτος, οι εξαγόμενες ποσότητες αυξήθηκαν κατά 3,1%, εξέλιξη που αποδίδεται κυρίως στις πιέσεις των τιμών και στις μεταβολές του μείγματος των προϊόντων που εξάγονται. Η γερμανική αγορά απορρόφησε το 10,6% της συνολικής αξίας των ελληνικών εξαγωγών του κλάδου, επιβεβαιώνοντας τη βαρύτητά της για την ελληνική βιομηχανία τροφίμων.
Τα ελληνικά αρτοσκευάσματα κατακτούν τη γερμανική αγορά
Ο μεγάλος πρωταγωνιστής των ελληνικών εξαγωγών στη Γερμανία παραμένει η κατηγορία των προϊόντων αρτοποιίας, ζαχαροπλαστικής και μπισκοτοποιίας. Τα προϊόντα αυτά αντιπροσωπεύουν σχεδόν τα δύο τρίτα του συνόλου των ελληνικών εξαγωγών ζαχαρωδών και σνακ προς τη γερμανική αγορά.
Το 2025 οι εξαγωγές της συγκεκριμένης κατηγορίας ανήλθαν σε 40,1 εκατ. ευρώ, παρουσιάζοντας εντυπωσιακή αύξηση κατά 13,2% σε αξία και 14,5% σε όγκο. Η επίδοση αυτή καθιστά τη Γερμανία τον σημαντικότερο προορισμό παγκοσμίως για τα ελληνικά αρτοσκευάσματα, καθώς απορροφά το 13% της συνολικής αξίας και το 15% της συνολικής ποσότητας των ελληνικών εξαγωγών της κατηγορίας.
Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης η θέση της Γερμανίας στα ζαχαρώδη προϊόντα χωρίς κακάο. Παρά τη σημαντική πτώση που καταγράφηκε το 2025, με μείωση 62,2% στην αξία και 47,7% στην ποσότητα, η χώρα παραμένει ο δεύτερος σημαντικότερος προορισμός για τα ελληνικά προϊόντα της συγκεκριμένης αγοράς. Η αξία των εξαγωγών διαμορφώθηκε στα 5,79 εκατ. ευρώ, ενώ η γερμανική αγορά εξακολουθεί να απορροφά σχεδόν το 10% της συνολικής αξίας των ελληνικών εξαγωγών της κατηγορίας.
Στον τομέα της σοκολάτας και των προϊόντων κακάο, οι ελληνικές εξαγωγές έφθασαν τα 7,09 εκατ. ευρώ, με τη Γερμανία να καταλαμβάνει την τέταρτη θέση μεταξύ των σημαντικότερων αγορών για τα ελληνικά προϊόντα της συγκεκριμένης κατηγορίας.
Ξηροί καρποί, σταφίδα και νέα καταναλωτικά πρότυπα ανοίγουν δρόμους ανάπτυξης
Από τα πλέον εντυπωσιακά στοιχεία της μελέτης είναι η εκρηκτική ανάπτυξη που καταγράφεται στους ελληνικούς ξηρούς καρπούς. Οι εξαγωγές προς τη Γερμανία εκτοξεύθηκαν στα 6,3 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας άνοδο 171,6% σε αξία και 69% σε ποσότητα μέσα σε έναν χρόνο.
Η επίδοση αυτή κατατάσσει τη Γερμανία στην πέμπτη θέση των αγορών προορισμού για τους ελληνικούς ξηρούς καρπούς, με μερίδιο που ξεπερνά το 10% της συνολικής αξίας των εξαγωγών της κατηγορίας.
Αντίστοιχα θετική είναι η εικόνα για τη σταφίδα, όπου η γερμανική αγορά εξακολουθεί να αποτελεί σταθερό σημείο αναφοράς για τους Έλληνες εξαγωγείς. Η Γερμανία βρίσκεται επίσης στην πέμπτη θέση μεταξύ των χωρών προορισμού, απορροφώντας περίπου το 4% της συνολικής αξίας των ελληνικών εξαγωγών σταφίδας.
Αντίθετα, η αγορά παγωτού κινήθηκε πτωτικά. Οι ελληνικές εξαγωγές περιορίστηκαν στα 1,28 εκατ. ευρώ το 2025, παρουσιάζοντας σημαντική κάμψη τόσο σε αξία όσο και σε ποσότητα. Παρ’ όλα αυτά, η Γερμανία εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στους βασικούς προορισμούς των ελληνικών προϊόντων της κατηγορίας.
Η μελέτη καταλήγει ότι η γερμανική αγορά εξακολουθεί να προσφέρει σημαντικές αναπτυξιακές ευκαιρίες για τις ελληνικές επιχειρήσεις. Το ενδιαφέρον των καταναλωτών στρέφεται ολοένα και περισσότερο σε προϊόντα με υψηλή διατροφική αξία, βιολογικές πρώτες ύλες, plant-based επιλογές, προϊόντα με καθαρή ετικέτα (clean label) και μειωμένη περιεκτικότητα σε ζάχαρη.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, τα ελληνικά προϊόντα διαθέτουν ένα ισχυρό συγκριτικό πλεονέκτημα. Η σύνδεσή τους με τη μεσογειακή διατροφή, η αυθεντικότητα των συνταγών, η ποιότητα των πρώτων υλών και η ισχυρή γαστρονομική ταυτότητα της χώρας δημιουργούν τις προϋποθέσεις για περαιτέρω διείσδυση σε μία από τις πιο απαιτητικές αλλά και πιο προσοδοφόρες αγορές τροφίμων διεθνώς.







Μ.Η.Τ. 242183