Ρεκόρ κερδοφορίας και μερισμάτων για τις εισηγμένες το 2025. Καθαρά κέρδη στα 12,1 δισ. και διανομές στο υψηλότερο επίπεδο από το 2007
Σε μία από τις ισχυρότερες χρονιές της τελευταίας εικοσαετίας εξελίσσεται το 2025 για τις εισηγμένες εταιρείες του Χρηματιστηρίου Αθηνών, με τα καθαρά κέρδη να καταγράφουν νέο ιστορικό υψηλό και τις χρηματικές διανομές προς τους μετόχους να επιστρέφουν σε επίπεδα που είχαν να εμφανιστούν πριν από την ελληνική κρίση χρέους.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει η Beta Χρηματιστηριακή, τα καθαρά κέρδη των εισηγμένων διαμορφώθηκαν στα 12,1 δισ. ευρώ, έναντι 11,48 δισ. ευρώ το 2024, επιβεβαιώνοντας τη δυναμική που έχει αποκτήσει η ελληνική κεφαλαιαγορά τα τελευταία χρόνια.
Την ίδια στιγμή, τα λειτουργικά κέρδη αυξήθηκαν κατά 3,8%, φτάνοντας τα 16,02 δισ. ευρώ, ενώ ο συνολικός κύκλος εργασιών ενισχύθηκε κατά 3,5%, στα 102,2 δισ. ευρώ. Καθοριστική συμβολή στην ισχυρή εικόνα της αγοράς είχε για ακόμη μία χρονιά ο τραπεζικός κλάδος, με τις συστημικές τράπεζες να καταγράφουν συνολικά κέρδη 5,5 δισ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας την πλήρη επιστροφή τους στην κανονικότητα έπειτα από μία πολυετή περίοδο κρίσης, ανακεφαλαιοποιήσεων και περιορισμών.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται ακόμη πιο έντονα στις διανομές μερισμάτων, οι οποίες εκτινάχθηκαν στα 6,1 δισ. ευρώ, σημειώνοντας ιστορικό ρεκόρ από το 2007, όταν οι εισηγμένες είχαν διανείμει 5,4 δισ. ευρώ. Οι συνολικές χρηματικές διανομές αυξήθηκαν κατά 42% σε σχέση με το 2024, δηλαδή κατά περίπου 1,9 δισ. ευρώ μέσα σε έναν χρόνο, εξέλιξη που συνδέεται άμεσα με τη θεαματική ενίσχυση της εταιρικής κερδοφορίας αλλά και με την ωρίμανση της ελληνικής αγοράς.
Οι τράπεζες επέστρεψαν στα μερίσματα μετά από 16 χρόνια
Το 2025 αποτελεί τη δεύτερη συνεχόμενη χρονιά κατά την οποία οι συστημικές τράπεζες διανέμουν μερίσματα στους μετόχους τους, γεγονός που θεωρείται σημείο καμπής για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα.
Οι τράπεζες είχαν ξεκινήσει ξανά διανομές από τα κέρδη του 2023, για πρώτη φορά μετά από 16 χρόνια, με συνολικό ποσό περίπου 875 εκατ. ευρώ. Μέσα σε μόλις έναν χρόνο, όμως, οι διανομές υπερδιπλασιάστηκαν, ξεπερνώντας πλέον τα 1,9 δισ. ευρώ. Η εξέλιξη αυτή ερμηνεύεται από αναλυτές ως σαφής ένδειξη ότι ο τραπεζικός κλάδος έχει αφήσει οριστικά πίσω του την περίοδο της κρίσης και λειτουργεί πλέον με όρους πλήρως κανονικής εισηγμένης αγοράς.
Παράλληλα, η αγορά κατέγραψε και τις πρώτες πληρωμές ενδιάμεσων μερισμάτων για τον κύκλο του 2026, στοιχείο που ενισχύει ακόμη περισσότερο τη σταθερότητα των ταμειακών ροών προς τους επενδυτές και δημιουργεί νέο επενδυτικό αφήγημα για το Χρηματιστήριο Αθηνών.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η μερισματική απόδοση της αγοράς, η οποία διαμορφώθηκε στο 4,4% το 2025, επίπεδο αισθητά υψηλότερο από την απόδοση του ελληνικού 10ετούς ομολόγου που κινείται στο 3,39%.
Παράλληλα, η απόδοση αυτή είναι σχεδόν τριπλάσια από τα επιτόκια που προσφέρουν σήμερα κατά μέσο όρο οι τραπεζικές προθεσμιακές καταθέσεις, ενισχύοντας περαιτέρω την ελκυστικότητα των ελληνικών μετοχών. Οι συνολικές χρηματικές διανομές της τελευταίας τετραετίας ξεπερνούν πλέον τα 15,6 δισ. ευρώ, ποσό που –σύμφωνα με τους αναλυτές– λειτούργησε ως βασικός καταλύτης για την αύξηση της ρευστότητας και της εμπιστοσύνης των ξένων επενδυτών προς την ελληνική αγορά.
Από τις ζημίες της κρίσης στα ιστορικά υψηλά
Η σημερινή εικόνα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν συγκριθεί με την περίοδο της οικονομικής κρίσης, όταν πολλές εισηγμένες κατέγραφαν τεράστιες ζημίες και η αγορά βρισκόταν σε πολυετή απαξίωση. Το 2011 οι εισηγμένες είχαν παρουσιάσει συνολικές ζημίες 7,4 δισ. ευρώ, ενώ το 2012 οι ζημίες είχαν διαμορφωθεί στα 6,6 δισ. ευρώ. Ακόμη και το 2014, οι εισηγμένες εμφάνιζαν αρνητικό αποτέλεσμα ύψους 3,05 δισ. ευρώ.
Η εικόνα άρχισε να αλλάζει σταδιακά μετά το 2017, με την επιστροφή της κερδοφορίας και τη βελτίωση των ισολογισμών, ωστόσο η πραγματική εκτόξευση σημειώθηκε μετά το 2021, όταν τα κέρδη των εισηγμένων ξεπέρασαν εκ νέου τα 10 δισ. ευρώ. Σήμερα, το Χρηματιστήριο Αθηνών δείχνει να αποκτά χαρακτηριστικά ώριμης ευρωπαϊκής αγοράς, με υψηλότερες χρηματικές διανομές, μεγαλύτερη επενδυτική ορατότητα και σαφώς ισχυρότερη εταιρική κερδοφορία.
Αναλυτές της αγοράς σημειώνουν ότι παρά τις διεθνείς αβεβαιότητες, τις γεωπολιτικές πιέσεις και τη μεταβλητότητα των επιτοκίων, οι περισσότερες ελληνικές εισηγμένες εμφανίζουν αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα, διατηρώντας συγκρατημένη αισιοδοξία και για τη φετινή χρήση.







Μ.Η.Τ. 242183