Η Capital Economics προειδοποιεί ότι η ΕΚΤ εξετάζει νέες αυξήσεις επιτοκίων. Επιστρέφουν οι φόβοι για επανάληψη των λαθών 2008 και 2011
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα βρίσκεται ξανά μπροστά σε ένα πολιτικά και οικονομικά εκρηκτικό δίλημμα. Με τη Μέση Ανατολή να μετατρέπεται σε νέα εστία παγκόσμιας αστάθειας και τις αγορές ενέργειας να δέχονται ισχυρούς κραδασμούς μετά το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, η Φρανκφούρτη εμφανίζεται έτοιμη να εγκαταλείψει τη στάση αναμονής και να επαναφέρει τις αυξήσεις επιτοκίων στο τραπέζι.
Μάλιστα, εκτιμά ότι η ΕΚΤ θα προχωρήσει ήδη από τον Ιούνιο σε αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης, ενώ δεν αποκλείεται να ακολουθήσει δεύτερη κίνηση μέσα στο καλοκαίρι. Οι προβλέψεις αυτές έρχονται σε μια περίοδο όπου η ευρωπαϊκή οικονομία δείχνει σημάδια κόπωσης, η βιομηχανική δραστηριότητα επιβραδύνεται και η αγορά εργασίας αρχίζει να χάνει τη δυναμική της.
Το μεγάλο ερώτημα που πλανάται πλέον πάνω από τη Φρανκφούρτη είναι εάν η ΕΚΤ κινδυνεύει να επαναλάβει ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα κεφάλαια της σύγχρονης νομισματικής ιστορίας της. Το 2008 και το 2011 η κεντρική τράπεζα είχε προχωρήσει σε αυξήσεις επιτοκίων εν μέσω ενεργειακών πιέσεων και πληθωριστικών φόβων, μόνο για να αναγκαστεί λίγους μήνες αργότερα να κάνει πλήρη αναδίπλωση καθώς η οικονομία κατέρρεε κάτω από το βάρος της κρίσης.
Σήμερα, η εικόνα δεν είναι ίδια, αλλά οι παραλληλισμοί έχουν αρχίσει να προκαλούν έντονο προβληματισμό στις αγορές. Η ΕΚΤ καλείται να αντιμετωπίσει έναν πληθωρισμό που τροφοδοτείται κυρίως από γεωπολιτικές εξελίξεις και ενεργειακά σοκ, δηλαδή από παράγοντες που η ίδια δεν μπορεί ουσιαστικά να ελέγξει μέσω της νομισματικής πολιτικής.
Η αύξηση των επιτοκίων δεν μπορεί να μειώσει τις τιμές του πετρελαίου ούτε να ανοίξει τα Στενά του Ορμούζ. Μπορεί όμως να επιβαρύνει ακόμη περισσότερο μια ήδη εύθραυστη οικονομία, αυξάνοντας το κόστος δανεισμού για επιχειρήσεις, νοικοκυριά και κράτη σε μια περίοδο χαμηλής ανάπτυξης και υψηλής αβεβαιότητας.
Τα φαντάσματα του 2008 και του 2011 επιστρέφουν στη Φρανκφούρτη
Η Capital Economics υπενθυμίζει ότι η ΕΚΤ έχει βρεθεί ξανά στο παρελθόν αντιμέτωπη με το ίδιο στρατηγικό λάθος. Το 2008, λίγο πριν ξεσπάσει πλήρως η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, η Φρανκφούρτη αποφάσισε να αυξήσει τα επιτόκια θεωρώντας ότι η άνοδος των τιμών ενέργειας απειλούσε τη σταθερότητα των τιμών. Το αποτέλεσμα ήταν καταστροφικό. Η παγκόσμια οικονομία βυθίστηκε στην ύφεση και η ΕΚΤ υποχρεώθηκε να αναστρέψει άρον άρον την πολιτική της.
Το ίδιο σκηνικό επαναλήφθηκε το 2011, όταν η Ευρωζώνη βρισκόταν ήδη στα πρόθυρα της κρίσης χρέους. Παρά την εύθραυστη κατάσταση της οικονομίας, η ΕΚΤ επέλεξε ξανά να αυξήσει τα επιτόκια εξαιτίας του πληθωρισμού που προκαλούσε η ενέργεια. Η απόφαση εκείνη θεωρείται μέχρι σήμερα από πολλούς οικονομολόγους ως ένα από τα μεγαλύτερα στρατηγικά λάθη της ευρωπαϊκής νομισματικής πολιτικής.
Η σημερινή συγκυρία ασφαλώς διαφέρει. Ο δομικός πληθωρισμός παραμένει υψηλότερος από το 2%, ενώ η Ευρωζώνη δεν αντιμετωπίζει -τουλάχιστον προς το παρόν- μια συστημική τραπεζική ή δημοσιονομική κρίση αντίστοιχη με εκείνες των προηγούμενων δεκαετιών.
Ωστόσο, οι ανησυχίες μεγαλώνουν επειδή η οικονομία χάνει σταδιακά την αντοχή της. Οι δείκτες δραστηριότητας υποχωρούν, η επιχειρηματική εμπιστοσύνη εξασθενεί και οι καταναλωτές περιορίζουν τις δαπάνες τους εξαιτίας της ακρίβειας και της αβεβαιότητας. Παράλληλα, η νέα ενεργειακή κρίση απειλεί να αναζωπυρώσει το κύμα πληθωρισμού ακριβώς τη στιγμή που η Ευρωζώνη προσπαθούσε να επιστρέψει σε πιο ομαλές συνθήκες.
Η ΕΚΤ φαίνεται να φοβάται πλέον ένα διαφορετικό πολιτικό κόστος. Μετά τις έντονες επικρίσεις ότι άργησε να αντιδράσει στην πληθωριστική έκρηξη του 2021 και του 2022, αρκετοί αξιωματούχοι εμφανίζονται αποφασισμένοι να μην κατηγορηθούν ξανά για αδράνεια. Αυτό εξηγεί γιατί ενισχύεται το σενάριο μιας «προληπτικής» αύξησης επιτοκίων, ακόμη και αν η οικονομική συγκυρία δεν θεωρείται ιδανική.
Το νέο στοίχημα της ΕΚΤ και ο κίνδυνος για την Ευρωζώνη
Σύμφωνα με τη Capital Economics, η Φρανκφούρτη φαίνεται να υιοθετεί τη λογική του «καλού και για κακού». Οι αναλυτές εκτιμούν ότι η ΕΚΤ θεωρεί προτιμότερο να κινηθεί προληπτικά τώρα, παρά να βρεθεί αργότερα πίσω από τις εξελίξεις εάν οι τιμές της ενέργειας συνεχίσουν να ανεβαίνουν.
Το βασικό σενάριο της εταιρείας προβλέπει δύο αυξήσεις επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης, τον Ιούνιο και τον Ιούλιο, που θα οδηγήσουν το επιτόκιο καταθέσεων στο 2,5%. Από εκεί και πέρα, η πορεία θα εξαρτηθεί σχεδόν αποκλειστικά από την εξέλιξη της ενεργειακής κρίσης και τις γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.
Εάν οι τιμές ενέργειας αποκλιμακωθούν, η ΕΚΤ θα μπορούσε αργότερα να αναστρέψει μέρος της σύσφιγξης και να επιστρέψει κοντά στο 2%. Αν όμως το σοκ αποδειχθεί πιο μόνιμο, τότε η Ευρωζώνη κινδυνεύει να εισέλθει σε μια νέα περίοδο ακριβού χρήματος, χαμηλής ανάπτυξης και αυξημένης κοινωνικής πίεσης.
Το πολιτικό πρόβλημα για την Ευρώπη είναι βαθύτερο. Η νέα ενεργειακή αναταραχή έρχεται σε μια στιγμή όπου οι κυβερνήσεις ήδη πιέζονται από το υψηλό κόστος ζωής, τη στεγαστική κρίση και την επιβράδυνση της παραγωγής. Μια νέα άνοδος επιτοκίων θα επιβαρύνει ακόμη περισσότερο δάνεια, επενδύσεις και δημόσια οικονομικά, σε μια περίοδο που η Ευρωζώνη προσπαθεί να αποφύγει την επιστροφή σε συνθήκες στασιμότητας.
Η Φρανκφούρτη καλείται ουσιαστικά να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο κινδύνους: να αφήσει τον πληθωρισμό να αποκτήσει ξανά δυναμική ή να «πνίξει» πρόωρα μια οικονομία που ήδη επιβραδύνεται. Και αυτό ακριβώς είναι που κάνει πολλούς οικονομολόγους να βλέπουν πίσω από τις επόμενες αποφάσεις της ΕΚΤ τη βαριά σκιά του 2008 και του 2011.
Διαβάστε επίσης; Capital Economics: Γιατί ανοίγει η όρεξη για ρίσκο στις αγορές






Μ.Η.Τ. 242183