Τι θα φέρει η ρήτρα διαφυγής για τα αμυντικές δαπάνες: Δίνει ελπίδες για φοροελαφρύνσεις και εισοδηματικές ενισχύσεις ;
Η «γραμμή άμυνας» της κυβέρνησης
Η «ρήτρα διαφυγής» ως στρατηγικό όπλο για την κυβέρνηση ή πρόκειται για ένα νεροπίστολο παροχών; Ο νέος υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών με το επιτελείο του Μεγάρου Μαξίμου και με τον πρωθυπουργό αργά ή γρήγορα θα δώσουν σαφές στίγμα πως θα ερμηνευτεί η ρήτρα διαφυγής από την ίδια την κυβέρνηση και πως θα το εκλάβει η κοινωνία.
Ήδη η ρήτρα «διαφυγής» γράφεται ως κείμενο παροχών καθώς ένα μέρος των αμυντικών δαπανών δεν θα γράφεται στο έλλειμμα. Η πρώτη ανάγνωση αφήνει αισιόδοξα μηνύματα και τοποθετείται από την πλευρά της ελευθερίας των κινήσεων για παροχές.
Ωστόσο η πιο πειθαρχημένη ματιά των δημοσιονομιών προτάσσει μια προοπτική για αύξηση των αμυντικών δαπανών που θα έχουν σχέση με την αγορά οπλικών συστημάτων με την κυβέρνηση να σχεδιάζει αγορές όπλων για τα επόμενα 12 χρόνια.
Οι διαπραγματεύσεις το επόμενο διάστημα θεωρούνται κρίσιμες, με τη στρατηγική της ελληνικής πλευράς να επικεντρώνεται στη διασφάλιση της ίσης μεταχείρισης μεταξύ των 27 κρατών-μελών της ΕΕ. Πηγές του υπουργείου Οικονομικών τόνιζαν χαρακτηριστικά ότι στόχος είναι να απελευθερωθούν πόροι και για χώρες όπως η Ελλάδα, η οποία δαπανά για εξοπλισμό σχεδόν το 3% του ΑΕΠ της που αποτελεί ένα από τα υψηλότερα ποσοστά μεταξύ των κρατών μελών του ΝΑΤΟ.
Παράλληλα σημείωναν ότι το όριο για τον προσδιορισμό των πρόσθετων δαπανών που δεν θα προσμετρώνται στο έλλειμμα του προϋπολογισμού και στην οροφή για την αύξηση των πρωτογενών δαπανών – η οποία για το 2026 έχει τοποθετηθεί στο 3,6% – θα πρέπει να καθορίζεται με βάση το μέσο ευρωπαϊκό όρο των αμυντικών δαπανών. Με βάση τις ίδιες πηγές πιθανότατα η αύξηση των πρόσθετων αμυντικών δαπανών θα υπολογιστεί με αφετηρία το 2021, δηλαδή πριν από την έναρξη του πολέμου της Ρωσίας με την Ουκρανία.
Η ρήτρα διαφυγής θα έχει διάρκεια 4 ετών και δεν θα είναι οριζόντια καθώς κάθε χώρα θα θέτει τα όρια με βάση τις δεσμεύσεις του κρατικού προϋπολογισμού. Με τα σημερινά δεδομένα εκτιμάται ότι η Ελλάδα θα έχει περιθώριο να αυξάνει τις δαπάνες για την άμυνα σε ποσοστό 0,5%-1% ετησίως χωρίς αυτό να σημαίνει αυτόματα ανάλογο δημοσιονομικό χώρο. Σημειώνεται ότι σύμφωνα με τις προβλέψεις του προϋπολογισμού οι δαπάνες για τα εξοπλιστικά προγράμματα θα αυξηθούν κατά περίπου 900 εκατ. ευρώ το 2025, κατά 500 εκατ. ευρώ το 2026 και κατά 150 εκ. ευρώ το 2027 με το συνολικό κονδύλι να κινείται στη περιοχή των 2 δισ. ευρώ.
Την ίδια ώρα πέρα από τον μετρητή για το ύψος των δαπανών που θα κρίνει τον βαθμό ευελιξίας ένα από τα βασικά ζητούμενα για τη κυβέρνηση είναι η δυνατότητα να χρησιμοποιήσει το «ταμειακό μαξιλάρι» για νέες φοροελαφρύνσεις με επίκεντρο τη μεσαία τάξη. Πάντως ο απερχόμενος υπουργός Εθνικής Οικονομίας Κωστής Χατζηδάκης , όπως εμφανίζονται τα σενάρια περί ανασχηματισμού έχει συνδέσει τη μείωση των φόρων με τις αποφάσεις που θα ληφθούν στην Ευρώπη για τη ρήτρα διαφυγής λέγοντας όσο πιο γενναία είναι η απόφαση σε σχέση με την άμυνα, τόσο μεγαλύτερο περιθώριο θα έχουμε για μειώσεις φορολογικών συντελεστών.
Στο μεταξύ σε ανάλυση της Alpha Bank για το νέο τοπίο στις αμυντικές δαπάνες και στην αρχιτεκτονική ασφάλειας για την Ευρώπη αναφέρεται ότι συγκριτικά με άλλες χώρες – μέλη του ΝΑΤΟ, το ποσοστό των αμυντικών δαπανών ως προς το ΑΕΠ της χώρας μας είναι από τα υψηλότερα και, το 2024, διαμορφώθηκε σε 3,08% από 2,22%, το 2014, το 5ο υψηλότερο στο σύνολο των κρατών – μελών του ΝΑΤΟ. Τις υψηλότερες αμυντικές δαπάνες (% του ΑΕΠ) παρουσιάζουν η Πολωνία και οι ΗΠΑ, ενώ οι μεγάλες οικονομίες της Ευρώπης (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία) δαπανούν πέριξ του 2% του ΑΕΠ τους για την άμυνα.
Νίκος Θεοδωρόπουλος






Μ.Η.Τ. 242183