Η ΕΛΣΤΑΤ χαρτογραφεί τις δυσκολίες των πολιτών μέσα από δύο κατηγορίες όπως οι «φτωχοί» και οι μη «φτωχοί» καταγράφοντας με τη μέθοδο της στατιστικής επιστήμης.
Το στοιχείο που έρχεται στο προσκήνιο είναι η οικονομική δυσκολία των πολιτών να εξοικονομήσει τα ποσό των 480 ευρώ για μία έκτακτη ανάγκη.
Η δυσκολία εύρεσης του ποσού αφορά το 81,9% του φτωχού πληθυσμού και το 34,6% του μη φτωχού της χώρας. Η λίστα με τις οικονομικές δυσκολίες των πολιτών αναδεικνύει ότι τουλάχιστον 7 από έναν κατάλογο 13 αγαθών και υπηρεσιών (δηλαδή ο δείκτης που υπολογίζει το «ποσοστό του πληθυσμού με σοβαρές υλικές και κοινωνικές στερήσεις Ευρώπη 2030») ανέρχεται σε 14%. Ειδικότερα, σύμφωνα με την έρευνα εισοδήματος και συνθηκών διαβίωσης των νοικοκυριών του 2024 (περίοδος αναφοράς εισοδήματος το 2023):
Η υλική και κοινωνική στέρηση το 2024 (δείκτης «Ευρώπη 2030») αυξήθηκε κατά 0,5 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2023 (13,5%) στο σύνολο του πληθυσμού.
Προκύπτει μείωση της υλικής και κοινωνικής στέρησης για τα παιδιά ηλικίας 0- 17 ετών, η οποία ανέρχεται σε 1,7 ποσοστιαίες μονάδες το 2024 (13,9%) σε σχέση με το 2023 (15,6%). Όσον αφορά στην ηλικιακή ομάδα των ατόμων 65 ετών και άνω, παρατηρείται αύξηση της υλικής και κοινωνικής στέρησης κατά 0,5 ποσοστιαίες μονάδες το 2024 (12,8%) σε σχέση με το 2023 (12,3%). Στις ηλικίες 18 έως 64 ετών παρατηρείται αύξηση της υλικής και κοινωνικής στέρησης κατά 0,9 ποσοστιαίες μονάδες το 2024 (14,4%) σε σχέση με το 2023 (13,5%).
Με βάση τα στοιχεία, διαπιστώνεται κυρίως η οικονομική αδυναμία του πληθυσμού να αντικαταστήσουν τα φθαρμένα έπιπλα (56,5%), να πληρώσουν το ενοίκιο ή δόση δανείου ή πάγιους λογαριασμούς (42,8%), να καλύψουν έκτακτες αλλά αναγκαίες δαπάνες (43,9%) και να πληρώσουν για μια εβδομάδα διακοπών (46,0%).
Το ποσοστό του πληθυσμού που διαβιεί σε κατοικία με στενότητα χώρου ανέρχεται σε 27% για το σύνολο του πληθυσμού, σε 24,5% για τον μη φτωχό πληθυσμό και σε 36,9% για τον φτωχό πληθυσμό. Το ποσοστό του πληθυσμού που διαβιεί σε κατοικία με στενότητα χώρου το 2024 είναι μεγαλύτερο στην περίπτωση της ηλικιακής ομάδας έως και 17 ετών και ανέρχεται σε 40,9% για το σύνολο του πληθυσμού, σε 36,4% για τον μη φτωχό πληθυσμό και σε 56,7% για τον φτωχό πληθυσμό.
Το 34,4% του φτωχού πληθυσμού δηλώνει ότι στερείται διατροφής που περιλαμβάνει κάθε δεύτερη ημέρα κοτόπουλο, κρέας, ψάρι ή λαχανικά ίσης θρεπτικής αξίας, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό του μη φτωχού πληθυσμού εκτιμάται σε 5,6%.
Το 81,9% του φτωχού πληθυσμού και το 34,6% του μη φτωχού δηλώνει οικονομική δυσκολία να καλύψει έκτακτες, αλλά αναγκαίες δαπάνες ύψους περίπου 480 ευρώ.
Το 74,8% του φτωχού πληθυσμού δηλώνει αδυναμία πληρωμής μίας εβδομάδας διακοπών. Το αντίστοιχο ποσοστό του μη φτωχού πληθυσμού ανέρχεται σε 39%.
Το 43,6% του φτωχού πληθυσμού δηλώνει οικονομική αδυναμία για ικανοποιητική θέρμανση τον χειμώνα, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό του μη φτωχού πληθυσμού ανέρχεται σε 13%.
Το ποσοστό του πληθυσμού που δηλώνει επιβάρυνση από το κόστος στέγασης ανέρχεται σε 28,9%, ενώ το ποσοστό για τον φτωχό και για τον μη φτωχό πληθυσμό είναι 88,9% και 14,2%, αντίστοιχα.
Το 36,3% του πληθυσμού που έχει λάβει καταναλωτικό δάνειο για αγορά αγαθών και υπηρεσιών, δηλώνει ότι δυσκολεύεται πάρα πολύ στην αποπληρωμή αυτού ή των δόσεων. Το ποσοστό αυτό διαμορφώνεται σε 49,6% για τον φτωχό πληθυσμό και σε 33,1% για τον μη φτωχό πληθυσμό.
Το 56,1% του φτωχού πληθυσμού δηλώνει δυσκολία στην έγκαιρη πληρωμή πάγιων λογαριασμών, όπως αυτών του ηλεκτρικού ρεύματος, του νερού, του φυσικού αερίου, κ.λπ., ενώ για τον μη φτωχό πληθυσμό το ποσοστό αυτό ανέρχεται σε 19,2%.
Το 77% του φτωχού πληθυσμού και το 25,4% των μη φτωχών νοικοκυριών αναφέρει μεγάλη δυσκολία στην αντιμετώπιση των συνήθων αναγκών του με το συνολικό μηνιαίο ή εβδομαδιαίο εισόδημά του.
Νίκος Θεοδωρόπουλος







Μ.Η.Τ. 242183