Η συμφωνία ΕΕ-Mercosur ανοίγει νέα αγορά σχεδόν 300 εκατ. καταναλωτών, δημιουργώντας σημαντικές εξαγωγικές προοπτικές για την Ελλάδα
Μια από τις μεγαλύτερες εμπορικές συμφωνίες που έχει συνάψει ποτέ η Ευρωπαϊκή Ένωση μπαίνει πλέον σε τροχιά εφαρμογής, δημιουργώντας νέες ευκαιρίες για τις ελληνικές εξαγωγές και ιδιαίτερα για τον αγροδιατροφικό τομέα. Η συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών με τις χώρες της Mercosur, δηλαδή τη Βραζιλία, την Αργεντινή, την Παραγουάη και την Ουρουγουάη, δίνει στην Ελλάδα πρόσβαση σε μια αγορά σχεδόν 300 εκατομμυρίων καταναλωτών, σε μια περίοδο που οι ευρωπαϊκές οικονομίες αναζητούν νέες εξαγωγικές διόδους και μεγαλύτερη γεωοικονομική ανθεκτικότητα.
Από τις διαπραγματεύσεις στην εφαρμογή
Ύστερα από περισσότερα από είκοσι χρόνια δύσκολων διαπραγματεύσεων, το πολιτικό πλαίσιο της συμφωνίας διαμορφώθηκε το 2019 και τα τελικά νομικά κείμενα εγκρίθηκαν από το Κολέγιο των Επιτρόπων το περασμένο φθινόπωρο. Το επόμενο βήμα είναι η προσωρινή εφαρμογή του εμπορικού σκέλους, η οποία μπορεί να τεθεί σε ισχύ αμέσως μετά την υπογραφή, εφόσον εγκριθεί από το Συμβούλιο της Ε.Ε. και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Στη συνέχεια θα ακολουθήσει η πλήρης κύρωση από τα εθνικά κοινοβούλια των κρατών-μελών.
Για την Ελλάδα, η συμφωνία εντάσσεται σε μια στρατηγική εξωστρέφειας, που επιδιώκει να μετατρέψει την ποιότητα και την αναγνωρισιμότητα των ελληνικών προϊόντων σε σταθερό εξαγωγικό πλεονέκτημα.
Ελαιόλαδο, τυριά και φρούτα στο προσκήνιο
Η σταδιακή κατάργηση των εισαγωγικών δασμών δημιουργεί άμεσες ευκαιρίες για προϊόντα με υψηλή προστιθέμενη αξία, όπως το ελαιόλαδο, τα τυριά, τα ακτινίδια, τα ροδάκινα και τα αρτοσκευάσματα. Ειδικά το ελαιόλαδο θεωρείται ένας από τους μεγάλους κερδισμένους, καθώς οι χώρες της Mercosur έχουν περιορισμένη εγχώρια παραγωγή και μέχρι σήμερα επιβάλλουν δασμούς που καθιστούν τα ευρωπαϊκά προϊόντα λιγότερο ανταγωνιστικά. Με τη μείωση αυτών των επιβαρύνσεων, το ελληνικό ελαιόλαδο αποκτά σημαντικό πλεονέκτημα σε αγορές που αναπτύσσονται ταχύτατα.
Σήμερα οι ελληνικές εξαγωγές προς τις χώρες της Mercosur δεν ξεπερνούν τα 34 εκατ. ευρώ, γεγονός που δείχνει πόσο μεγάλο είναι το περιθώριο ανάπτυξης εφόσον οι εμπορικοί φραγμοί μειωθούν και οι επιχειρήσεις κινηθούν πιο επιθετικά.
Γεωγραφικές ενδείξεις και φέτα στο τραπέζι
Κομβικό σημείο της συμφωνίας είναι και η προστασία είκοσι ελληνικών γεωγραφικών ενδείξεων. Ανάμεσά τους βρίσκονται η φέτα, το ούζο, το τσίπουρο, οι οίνοι από τη Νεμέα, τη Νάουσα, τη Σαντορίνη και τη Σάμο, τα ελαιόλαδα Καλαμάτας και Σητείας, η μαστίχα Χίου, ο κρόκος Κοζάνης και η κορινθιακή σταφίδα Βοστίτσα.
Για τη φέτα προβλέπεται μεταβατική περίοδος επτά ετών για υφιστάμενους χρήστες της ονομασίας στις χώρες της Mercosur, μέσω της ρήτρας «grandfathering». Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι νέοι παραγωγοί δεν θα μπορούν να χρησιμοποιούν την ονομασία, ενώ σταδιακά θα ενισχύεται η αποκλειστική σύνδεσή της με την ελληνική προέλευση.
Αντιδράσεις και ευρωπαϊκές δικλείδες ασφαλείας
Η συμφωνία δεν έρχεται χωρίς αντιδράσεις. Αγροτικές οργανώσεις σε αρκετά κράτη-μέλη φοβούνται ότι τα φθηνότερα προϊόντα της Νότιας Αμερικής, τα οποία παράγονται συχνά με χαμηλότερα περιβαλλοντικά και εργασιακά πρότυπα, θα πιέσουν τις τιμές στην ευρωπαϊκή αγορά. Για να απαντήσει σε αυτές τις ανησυχίες, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει προωθήσει ένα νέο πλαίσιο ρητρών διασφάλισης, που επιτρέπει την ταχεία παρέμβαση όταν οι εισαγωγές αυξάνονται απότομα ή απειλούν τη βιωσιμότητα της εγχώριας παραγωγής.
Παράλληλα, εισάγεται η αρχή της αμοιβαιότητας, σύμφωνα με την οποία τα εισαγόμενα προϊόντα θα πρέπει να πληρούν τα ίδια υγειονομικά, φυτοϋγειονομικά και περιβαλλοντικά πρότυπα με εκείνα της Ε.Ε., ένα σημείο που αποτελεί πάγια ελληνική θέση.
Πρόσθετη χρηματοδότηση για τους αγρότες
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η πρωτοβουλία της προέδρου της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν για την κινητοποίηση έως και 45 δισ. ευρώ από την ενδιάμεση αναθεώρηση του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού, με στόχο την άμεση στήριξη των αγροτών. Η πρόταση περιλαμβάνει ενίσχυση του γεωργικού αποθεματικού και μεγαλύτερη χρηματοδότηση των αγροτικών περιοχών μέσω των εθνικών και περιφερειακών σχεδίων.
Για την Ελλάδα, η συμφωνία με τη Mercosur δεν είναι απλώς μια εμπορική εξέλιξη. Είναι ένα τεστ για το αν ο πρωτογενής τομέας μπορεί να περάσει σε μια νέα εποχή εξαγωγικής ωρίμανσης, αξιοποιώντας τη φήμη και την ποιότητα των ελληνικών προϊόντων σε αγορές που μέχρι σήμερα παρέμεναν σχεδόν ανεκμετάλλευτες.
Διαβάστε επίσης: Mercosur: Εγκρίθηκε η εμπορική συμφωνία της ΕΕ για τα αγροτικά προϊόντα







Μ.Η.Τ. 242183