Η Ελλάδα διατηρεί υψηλότατα επίπεδα ποιότητας στα νερά κολύμβησης, σύμφωνα με τα στοιχεία για το 2025, καθώς το 97,1% των σημείων που ελέγχθηκαν κατατάχθηκε στην κατηγορία «εξαιρετικής» ποιότητας.
Το ποσοστό αυτό επιβεβαιώνει τη σταθερή περιβαλλοντική εικόνα των ελληνικών ακτών και την ασφάλεια των λουομένων.
Σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, από τον Ατλαντικό έως τη Μεσόγειο, η συντριπτική πλειονότητα των σημείων κολύμβησης συμμορφώθηκε με τα αυστηρότερα πρότυπα ποιότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος (ΕΟΠ), σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Η αξιολόγηση βασίστηκε στην παρακολούθηση περισσότερων από 22.200 σημείων κολύμβησης σε 27 κράτη μέλη της ΕΕ, καθώς και σε Αλβανία και Ελβετία, επιβεβαιώνοντας τη γενικά υψηλή ποιότητα των υδάτων σε όλη την Ευρώπη.
Σε επίπεδο ΕΕ, το 85% των σημείων κατατάχθηκε ως «εξαιρετικής» ποιότητας, ενώ το 96% πληρούσε τουλάχιστον τις ελάχιστες απαιτήσεις της Οδηγίας για τα Νερά Κολύμβησης (Bathing Water Directive, BWD). Μόλις το 1,5% χαρακτηρίστηκε «κακής» ποιότητας. Η συνολική ποιότητα παρέμεινε σταθερή σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Τα παράκτια νερά εμφανίζουν κατά κανόνα καλύτερη εικόνα από τα ποτάμια και τις λίμνες, καθώς το 88% των παράκτιων υδάτων της ΕΕ ήταν «εξαιρετικής» ποιότητας, έναντι 78% των εσωτερικών υδάτων.
Το υψηλότερο ποσοστό «εξαιρετικής» ποιότητας (95% ή και περισσότερο) καταγράφεται σε τέσσερις χώρες: Κύπρο, Ελλάδα, Βουλγαρία και Αυστρία (λίμνες και ποτάμια). Η ποιότητα των ευρωπαϊκών νερών στηρίζεται, σύμφωνα με τον ΕΟΠ, στη διαρκή εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας, στις επενδύσεις σε εγκαταστάσεις επεξεργασίας αστικών λυμάτων και στη βελτίωση των δικτύων συλλογής.
Η εικόνα στην Ελλάδα
Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στους πρωταγωνιστές της έκθεσης. Από τα 1.734 συνολικά αναφερόμενα νερά κολύμβησης, εκ των οποίων 1.733 παράκτια και μόλις ένα εσωτερικό, το 97,1% κατατάχθηκε ως «εξαιρετικής» ποιότητας. Το 99,6% του συνόλου των αναγνωρισμένων ελληνικών υδάτων πληροί τα ελάχιστα πρότυπα της Οδηγίας, δηλαδή κατατάσσεται ως «επαρκές» ή καλύτερο. Κατά τη διάρκεια της περιόδου 2025 ελήφθησαν και αναλύθηκαν συνολικά 10.477 δείγματα.
Η ταξινόμηση γίνεται βάσει δύο μικροβιολογικών παραμέτρων που ορίζει η Οδηγία, του εντερικού κολοβακτηριδίου (Escherichia coli) και των εντερόκοκκων (intestinal enterococci). δείκτες κοπρανώδους μόλυνσης που σηματοδοτούν κινδύνους για την υγεία. Έξι νέα σημεία αναγνωρίστηκαν για πρώτη φορά το 2025, ενώ δύο διαγράφηκαν.
Το μοναδικό «επαρκές» σημείο και η απουσία οποιουδήποτε σημείου «κακής» ποιότητας επιβεβαιώνουν μια εικόνα σχεδόν καθολικής συμμόρφωσης. Τα επτά μη ταξινομημένα νερά (0,4%) δεν κατατάχθηκαν λόγω ανεπαρκούς δειγματοληψίας και όχι λόγω υποβάθμισης.
Παρακολούθηση και διαχείριση
Ως προς την εφαρμογή του ημερολογίου παρακολούθησης, 1.733 ελληνικά νερά (99,9%) πληρούσαν πλήρως τις προϋποθέσεις, σύμφωνα με προδειγματοληψία πριν από την έναρξη της περιόδου, τουλάχιστον τέσσερα δείγματα ανά περίοδο και μεσοδιάστημα δειγματοληψιών που δεν υπερβαίνει τον μήνα. Όσον αφορά στην τελευταία τετραετή περίοδο αξιολόγησης (2022–2025), 1.677 σημεία (96,7%) παρακολουθούνταν συνεχώς, 56 (3,2%) είχαν αναγνωριστεί πρόσφατα και ένα μόνο (0,1%) παρουσίασε κενό παρακολούθησης.
Διαχρονική εξέλιξη
Η σταθερότητα της ελληνικής επίδοσης αποτυπώνεται στη διαχρονική σύγκριση της τετραετίας. Το ποσοστό «εξαιρετικής» ποιότητας κινήθηκε σταθερά πάνω από το 95,8%, ενώ ο αριθμός των μη ταξινομημένων σημείων μειώθηκε αισθητά, από 51 το 2023 σε μόλις 7 το 2025.
Η Οδηγία για τα Νερά Κολύμβησης συμπληρώνει την Οδηγία-Πλαίσιο για τα Ύδατα (Water Framework Directive, WFD) και εντάσσεται σε ένα ευρύτερο νομοθετικό πλέγμα που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την Οδηγία για την επεξεργασία αστικών λυμάτων, την Οδηγία για τη νιτρορύπανση και την Οδηγία-Πλαίσιο για τη θαλάσσια στρατηγική. Φέτος συμπληρώνονται 20 χρόνια από την αναθεώρηση της Οδηγίας το 2006, που μετέβη από τον απλό έλεγχο συμμόρφωσης σε μια σύγχρονη, επιστημονικά τεκμηριωμένη διαχείριση της ποιότητας με έμφαση στην προστασία της δημόσιας υγείας και στην ενημέρωση των λουόμενων.
Ο ΕΟΠ υπενθυμίζει ότι η ταξινόμηση βασίζεται αποκλειστικά στις μικροβιολογικές παραμέτρους και δεν καλύπτει χημικούς ρύπους όπως θρεπτικά συστατικά, φαρμακευτικές ουσίες ή φυτοφάρμακα, τα οποία αντιμετωπίζονται από την Οδηγία-Πλαίσιο για τα Ύδατα. Μια «εξαιρετική» κατάταξη ως προς τα νερά κολύμβησης δεν συνεπάγεται, επομένως, αυτομάτως και την επίτευξη των στόχων της WFD.
Σχολιάζοντας τα αποτελέσματα, η Επίτροπος Περιβάλλοντος, Ανθεκτικότητας των Υδάτων και Ανταγωνιστικής Κυκλικής Οικονομίας, Γέσικα Ρόσβαλ (Jessika Roswall), σημείωσε ότι τα ευρωπαϊκά αποτελέσματα καταδεικνύουν για άλλη μια φορά την αξία της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ και των επί δεκαετίες επενδύσεων στην επεξεργασία λυμάτων. Από την πλευρά της, η Εκτελεστική Διευθύντρια του ΕΟΠ, Λέενα Ίλα-Μόνονεν (Leena Ylä-Mononen), τόνισε ότι η σταθερή εφαρμογή των κανόνων έχει καταστήσει τη συντριπτική πλειονότητα των υδάτων αρκετά καθαρά για κολύμβηση και ενισχύει την ανθεκτικότητα της Ευρώπης απέναντι στην κλιματική αλλαγή.
Παρά τη γενικά θετική εικόνα, ο Οργανισμός επισημαίνει ότι η επίτευξη υγιών και ανθεκτικών υδάτινων συστημάτων απαιτεί συνεχή πρόοδο στην αντιμετώπιση ευρύτερων πιέσεων — από τη χημική ρύπανση έως τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Για την Ελλάδα, πάντως, η φετινή έκθεση επιβεβαιώνει αυτό που οι λουόμενοι διαπιστώνουν κάθε καλοκαίρι: ότι η συντριπτική πλειονότητα των ακτών της παραμένει ασφαλής και καθαρή.







Μ.Η.Τ. 242183